Ἐν Δημητσάνῃ τῇ 15ῃ Ἰουνίου 2017
Σεβασμιώτατε Ἅγιε Ἀργολίδος,
Κε Κε ΝΕΚΤΑΡΙΕ,
Εὐλογεῖτε.
Ἐπειδή ἡ ἐπιστολή Σας πρός τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιῶς κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ καί ἡ δική Του ἀπάντηση πρός Σᾶς θίγουν σπουδαῖο θέμα, διότι ἀποτελοῦν σύγκρουση δύο ρευμάτων παρατηρουμένων ἀείποτε στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ἐπειδή, ὡς γράφετε, «τέτοιες ὑποθέσεις ἀφοροῦν ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας», ἐπιτρέψατέ μου, παρακαλῶ, νά καταθέσω τήν θέση μου ἐπί τῆς ἀλληλογραφίας αὐτῆς.
1. Σεβασμιώτατε, παρά τήν ἀγάπη μου καί τόν σεβασμό μου πρός Σᾶς, ἔτι δέ καί τήν εὐγνωμοσύνη μου, μετά τοῦ πλήθους τῶν εὐσεβῶν, διότι μᾶς ἐγνωρίσατε περισσότερο τόν ἠγαπημένο μας ἅγιο Λουκᾶ, τόν Ἀρχιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως καί Κριμαίας, θαυματουργό ἰατρό, ὅμως, θέλω νά Σᾶς πῶ, ὅτι δέν μοῦ ἄρεσαν τά γραφόμενά Σας πρός τόν ἅγιο Πειραιῶς καί κατά τό περιεχόμενό τους καί κατά τό ὕφος τους. Θεωρῶ δέ ὡς βέβαιο ὅτι ὁ γλυκός μας ἅγιος Ἐπίσκοπος τῆς Κριμαίας δέν θά ἔγραφε ποτέ, μά ποτέ δέν θά ἔγραφε πρός συνεπίσκοπό Του τοιαύτη ἐπιστολή. Δέν μοῦ ἄρεσαν, Σεβασμιώτατε, τά γραφόμενά Σας στήν ἐπιστολή αὐτή διότι, ὡς νομίζω, ἐναντιοῦνται πρός τήν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τούς λόγους καί τήν ζωή τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, πού συνιστοῦν τήν Ἱερά μας παράδοση.