μήνυμα

μήνυμα

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Φώτης Κόντογλου

Τ ράσο κα τ γένεια
(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Πολλ χουν γραφ γι τ ράσα κα τ γένια τν κληρικν. Ο περισσότεροι π᾿ κείνους πο δν τ χωνεύουνε, εναι κάποιοι πο θέλουνε ν φαίνουνται λεύθεροι κα νεωτεριστικ πνεύματα. Ατο λοι εναι πάντα «πρακτικο» θρωποι, πο κρίνουνε τ τς θρησκείας μ τ πρακτικ κα πεζ μυαλό τους, ν χριστιανικ θρησκεία δν χει καμι σχέση μ τ πρακτικ μυαλά, γιατ εναι βαθύτερη ποίηση, βυσσο τς ποίησης. κακοδαιμονία τς κκλησίας μας χει τν ατία της, κατ τν γνώμη μου, στ τι λείψανε π᾿ ατν ο ποιητικς ψυχές, μ τν πραγματικ σημασία τς ποίησης, κα γέμισε π «πρακτικούς νθρώπους", γουν π ξεραΐλα κα τ μέγα λεος.
Ν βάλ κανες μ τν νο του κα ν᾿ πορήσ τί σχέση χουν ατο ο «θετικο κα πρακτικο» νθρωποι, ο λεγόμενοι φρόνιμοι κα ξυπνοι, μ τν Χριστό, πο επε τ παρακάτω λόγια: ν δν γυρίσετε πίσω κα γίνετε σν τ παιδιά, δν θ μπετε στν βασιλεία τν ορανν.- μν φροντίζετε τί θ φτε κα τί θ πιτε κα τί ροχο θ φορέσετε.- γ σς λέγω μν ντισταθετε στν πονηρό, λλ ποιος σ χτυπήσει π τ δεξ μάγουλό σου, στρέψε κα τ᾿ λλο.- Μακάριοι σοι καταδιώκονται γι μένα. - γαπτε τος χθρούς σας.- Μ θησαυρίζετε θησαυρος πάνω στ γ.- μπτε π τν στεν πύλη, γιατ εναι στενς κα θλιμμένος, δρόμος πο πηγαίνει στ ζωή, κ᾿ εναι λίγοι πο τν βρίσκουνε.- φστε τος νεκρος ν θάψουν τος πεθαμένους τους.- Δν λθα ν φέρω ερήνη λλ μάχαιρα.- βασιλεία το Θεο παίρνεται μ τ βία κ᾿ ο βιαστς τν ρπάζουνε».
 
Ποι σχέση μπορονε ν χουνε ατ τ πράγματα κι᾿ λλα πολλ πο επε Χριστός, μ τ πρακτικ μυαλό;

Τ πρακτικ μυαλ κοιτάζει ποι εναι τ συμφέρον κα τ φέλιμο γι τν λικ ζω κα γι τν σφάλειά της· δ μπορε ν πετάξει λεύθερο κε πο τ καλε Χριστός. Μι θρησκεία πο παραγγέλνει κάποια πράγματα πο εναι λότελα νάποδα π ,τι νοιώθει τ πρακτικ μυαλό, μπορε ν εναι γι πρακτικος νθρώπους; Πς ν παραδεχθ πρακτικς νθρωπος πς δν φελεται σ τίποτα ν κερδίσ τν κόσμον λον; Πς, ατς θετικς νθρωπος ν θυσιάσει λα τ χεροπιαστ τούτου το κόσμου, κυνηγώντας τος σκιους τς μέλλουσας ζως; «Ο βιαστς ρπάζουνε τ βασιλεία το Θεο», λέγει Χριστός. Μπορε ν εναι βιαστς πρακτικς νθρωπος, πο τ μετρ λα κα δν ριψοκινδυνεύει ποτέ; Πρακτικο τανε ο Φαρισαοι, ο Ρωμαοι, διος ούδας, πο φρόντιζε τόσο πολ γι τ γλωσσοκόμο. πρακτικς νθρωπος δ μπορε ν μν εναι καχύποπτος, πονηρός, κι᾿ Χριστς επε στος ουδαίους: «Πς μπορετε ν μιλτε γαθά, φο εστε πονηροί»; Σαμαρείτιδα δ καταλάβαινε τί τς λεγε Χριστός, πειδ τ μυαλό της τανε πρακτικό, κα σ καιρ πο τς μιλοσε γι «τ δωρ τ ζν τ λλόμενον ες ζων αώνιον», ατ μιλοσε γι τ φυσικ νερό, «γι ν μ διψ, κα ν πηγαίν στ πηγάδι ν τ᾿ νεβάζ μ τν κουβ», «να μ διψ, μηδ ρχομαι νθάδε ντλεν».

Πρακτικο τανε ο βραοι τς Παλαις Διαθήκης, κολλημένοι στ πίγειο συμφέρον, κα γι᾿ ατό, σα τος ποσχέθηκε Θεός, τς «επαγγελίες», τς καταλαβαίνανε γι λικές με τ λικ φρόνημά τους...

Λοιπόν, ο πρακτικο νθρωποι, πο εναι κα μικρολόγοι, τ ζητήματα τς θρησκείας τ βλέπουνε κα τ κρίνουνε μ τν φελιμιστικν τρόπο πο δουλεύει τ μυαλό τους. Ατο εναι πο γαπνε τς καινοτομίες στ λατρεία κα σ λα τ κκλησιαστικ πράγματα. Ατο θέλουνε τ συντόμεψη τν κολουθιν, ατο δείχνουνε περβολικ φροντίδα γι τ ναπαυτικ καθίσματα το ναο, γι τν ξωτερικ τάξη κα καθαριότητα, γι τν συγχρονισμ τς λατρείας μ ερωπαϊκ μουσική, μ φυσικ σαρκικ εκονογράφηση, μ τν λλαγ το κάθε τί πο βαστ π τν παράδοση, μ τν κατάργηση τελετουργικν διατάξεων, κα τέλος, μ τν λλαγ τς ξωτερικς μορφς τν κληρικν: Κατ τν γνώμη τους τ ράσο πρέπει ν καταργηθ, κι᾿ παπς ν φορ πανταλόνι κα σακκάκι πως λοι ο νδρες, πρέπει ο ερες ν κόψουν τ μαλλι κα τ γένεια τους, ν ξουρίσουνε τ μουστάκι τους, «για ν εναι καθαροί». Βλέπετε πς ο πρακτικο νθρωποι προσέχουνε πολύ, πως επα κα πρίν, «τ ξωθεν το ποτηρίου κα τς παροψίδος». Λοιπόν, μ τς σοφς κα βαθυστόχαστες ποδείξεις τους δν θ εναι παραμελημένοι κα λερο σν τν γιο Γιάννη, σν τν γιο ντώνιο, σν τν γιο Χρυσόστομο, σν τν γιο Κοσμ τν Ατωλ μ τν γιδότριχα, λλ θ κάνουνε ταχτικ τ μπάνιο τους, θ συχνοξουρίζονται, κα θ μοσκοβολονε, πως λοι ο σημερινο πολιτισμένοι, κόμα κ᾿ ο γκάγκστερς, ο μεγάλοι πατενες, ο νθρωποι τν πάρτυ, τν πποδρομίων, τν πλάζ, κλπ.

γραψα πολλς φορς γι τν περιβολ τν ερωμένων κα γι τν ξωτερικ ψη τους, π᾿ φορμ κάποιων «πρακτικν» νεωτεριστν πο κόπτονται γι «την ναχρονιστικ κα βάρβαρη μφίεσή τους κα γι τν σχήμια (πόση εαισθησία κα καιλαισθησία!) τν μαλλιν κα τν γενιν των». Δν θ ξαναγράψω σα γραψα λλη φορά, περασπίζοντας τν ξωτερικ μορφ τν κληρικν μας π τν ποψη τς παράδοσης.

Τοτο μονάχα θ π τώρα σχετικ μ τν παράδοση στ ντύσιμο το κλήρου μας: ς φαντασθ ποιος θέλει, ν μπορ ν σταθ πι τίποτε λληνικό, π τ μέρα πο θ μφανισθ παπς στ χωρι μ σακκάκι κα μ πανταλόνι, μ γραβάτα κα μ ρεπούμπλικα, ξουρισμένος κα μαδημένος, πως εναι μερικο πο ρχουνται π τ ξωτερικό, κα ηδιάζει κανένας ν βλέπη ξουρισμένους σβέρκους, μάγουλα σν καθαρισμένα αγά, προγούλια, κφραση τραπεζίτη περατρ το κινηματογράφου, χειρονομίες κα φωνς τς πιάτσας, κλπ.

Σήμερα θ π λίγα λόγια μονάχα γι τ ράσο κα γι τ γένεια, «π ασθητικς πόψεως», πως λένε κ᾿ ο ασθητικοί, πειδ ο νεωτεριστς πο φωνάζουνε πς πρέπει ν καταργηθονε, λένε πς ηδιάζουνε π τν σχήμια το ράσου κα τν γενείων, κα πς σα λένε τ λένε ν νόματι «τς καλαισθησίας».

Κα πρτα - πρτα ποι εναι καλαισθησία στ θρησκευτικ κα κκλησιαστικ πράγματα; Σ᾿ ατ δν πάρχει «καλαισθησία» κατ τ γοστα το κόσμου, λλ εναι καλ κα μορφο ,τι εναι επρεπς κα σεμνό, ,τι εναι πρέπον στ πνευματικ ξίωμα το ερέως. πως μορφ πο χουνε τόσα ντικείμενα εναι σχετικ μ τν κκλησία, κτίρια, εκόνες, ψαλμός, σκεύη, βιβλία, μφια, πο εναι τέτοια, στε ν νεβάζουν τν νον κα τν καρδι το πιστο στν πνευματικ κόσμο, σν ν εναι σύμβολα ερ κα πομνήματα στν λόγο το Θεο, «ναγωγικ» π τν λικ και φθαρτ κόσμο στν πνευματικ κα φθαρτον τς βασιλείας τν ορανν, τσι κα μφίεση κ᾿ ψη τν κληρικν, πρέπει ν δείχν τ πνευματικ ξίωμά τους. π τος ρχαίους πο ζοσαν πρ Χριστο, ο ερες, ο μάντεις, ο πυθίες, εχανε διαίτερη στολ κ᾿ ο ντρες εχανε κα γένεια κα μαλλιά, στε ν δυναμών μ τ μορφ κα τ πνευματικ πιβάλλον τους. Ο λληνες πο κτιμήσανε τ μορφ μέχρι λατρείας, δίνανε μεγάλη προσοχ σ᾿ ατ πο τ νομίζουνε «νευ σημασίας κα πάρεργα» ο ερύνοες κα λευθερόφρονες πρακτικο χριστιανο μ τ θετικ μυαλό τους. Τουλάχιστον δν φαντάζονται πς κ᾿ να λιοντάρι στ φυσική του κατάστασή του, πο τ στόλισε Θες μ τ μεγαλοπρέπεια τς χαίτης του, θ γίνη σν να ψωρόσκυλο, ν τ κουρέψουνε; Μήτε να τόσο πρακτικ πράγμα δν βάζουνε στν νο τους ατο ο «πρακτικο» κύριοι; Μ τέτοια κεφάλια δν γεμίζουνε μήτε μ χίλια πράγματα πο μπορε ν π κανένας πάνω σ᾿ ατ τ θέμα.

λλ πως επα κα παραπάνω, ς πάρουμε τ πράγμα κι᾿ π τ μερι «τς καλαισθησίας», γιατ τώρα τελευταα ο πρακτικο νεωτεριστς γυρίσανε τ τραγούδι το ράσου κα τν γενειν στν ασθητική, σως πειδ ποχή μας πο εναι πι καλαίσθητη, δίνει μεγάλη σημασία στν «ασθητικ» κα στ «καλ γοστο».

Θά θελα ν γράψω να φυλλάδιο λόκληρο πο νχ γι τίτλο «Η καλαισθησία μιλοσα περ ασθητκς». Ν τ γράψω μάλιστα στν καθαρεύουσα, στε ν εναι σύμφωνο μ κείνους πο μο δώσανε φορμ γι ν γράψω.

Λοιπόν, ποιο εναι ατο πο ποτροπιάζονται τ ράσο κα τος γενειοφόρους ερες, στνομα τς καλαισθησίας; πάντηση; Κατ κανόνα εναι ο πι καλαίσθητοι, ο νθρωποι το «κακο γούστου», πο δν χουνε καμία σχέση μ τν τέχνη, κα μήτε κν μ τ συνηθισμένη καλαισθησία. Μπτε στ σπίτια τους κα στ γραφεα τους κα θ φρίξετε. ρχιτεκτονική, πιπλα, εκόνες, βιβλία, βάζα, πολύφωτα, λα σε σπρώχνουνε ν βγς ξω. κενο πο θ σο κάν τ μεγαλύτερη ντύπωση, εναι κανένα λεειν κάντρο μ λεεινότερη κορνίζα, κρεμασμένο πάνω π τ γραφεο π τ κρεβάτι, πο θ παριστάν κενέναν «γλυκν ησον» γεμάτον ζαχαρίνη, μ᾿ κενο τ μειδίαμα πο παραγγέλνουν ο φωτογράφοι στος πελάτες μπροστ στ φακό, μ ρεφλεδάκια στ πρόσωπο, μ μαλλι πο χουνε γίνει μποκλες στ κομμωτήριο, μ κινηματογραφικς χειρονομίες κλπ.

ποτε τυχαίνει ν συναπαντήσω κανέναν παπ, κα πρ πάντων ν τύχ ν εναι εμορφάνθρωπος, στέκουμαι κα τν θαυμάζω γι τν μεγαλοπρέπειά του, γι τ πιβάλλον κα μαζ γι τν σεμνότητα πο χει ψη του, κα γι τν μπιστοσύνη πο χει τ παρουσιαστικ κα μφίεσή του. ερ πρόσωπο! λλ κα τί γραφικότητα χει λο τ παράστημά του. Εμαι ζωγράφος, τ μάτι μου εναι κονισμένο στ τί εναι γενικ τ μορφο, κι᾿ χι μοναχ δν βρίσκω κανένα ψεγάδι πάνω του, λλ κα τν θαυμάζω. Κα ν συλλογίζεσαι πς πάρχουν κάποιοι λληνες, κα θεολόγοι μάλιστα, πο ξυνίζουνε τ μοτρα τους, πο τν βρίσκουνε «ντιαισθητικόν»! ντιαισθητικν βρίσκουνε τν μηρο, τν μάντη Τειρεσία, τν Μέντορα, τν χιλλέα μ τ μαρα στριφτ γένια, τν Θεμιστοκλ, τν γιο Βασίλειο, τν γιο Λουκιαν πο τν εδε κα τχασε σκληρς Διοκλητιανός, τν γιο Νικόλαο, τν Κωνσταντνο τν Παλαιολόγο, τν Θανάση Διάκο, τν Παπαφλέσσα, τν σαΐα Σαλώνων, τέλος βρίσκουνε σχημο τν πνευματικ λέοντα μ τν φυσικ χαίτη του, κα χουνε γι μορφον κενον τν μαδημένον, πο εναι σν τ κριάρι πο τ κουρέψανε κα γίνηκε γνώριστο, μ τ στραβ ποδάρια του, μ τ λαιμ τς γαλοπούλας κα μ τ κωμικ μούσι! Μ χειρότερα! Πο μπορε ν φτάσ νθρωπος π ξιπασι γι ν φαν ερωπαϊσμένος! μες πο κάτι γομμε π τέχνη, νοιώθουμε ατ τ ασθήματα, κ᾿ ο πελέκητοι κα κακόγουστοι «χαλον γι τν κομψον κα βάρβαρον μφάνισιν τν κληρικν»! Ποιοί; κενοι πο τ μάτι τους θέλει ν βλέπει τριμμένα κι᾿ νέκφραστα σχήματα.

λλ κα κακοφτιαγμένος ν εναι παπάς, μ τ ντύσιμό του παρουσιάζεται επρεπισμένος, παρ ν φοροσε σακκάκια κα πανταλόνια: μ τ γένια κα τ μαλλι κρύβονται ο σχήμιες το κεφαλιο, τ προγούλια, ο σβέρκοι, τ πλατει χείλια, τ παχει μάγουλα. Βάλε κα τ καλυμαύχι, πο εναι να θαυμάσιο κάλυμμα, κα πο γίνεται πι θαυμάσιο με τ πανωκαλύμμαυχο. Τ κουσούρια (λαττώματα) πάλι πο χει τυχν τ σμα νς κληρικο κρύβουνται κα μετασχηματίζονται π τ ράσα, ο κοιλιές, τ στραβ πόδια, τ μακρυ χέρια, καμπούρα, κ.ο.κ. λα ντύνουνται μ επρέπεια κα πνευματικ ρχοντιά, μπροστ στ στεν κα στ μεσάτα των καθολικν, τ κλς κα τ μοδιστράδικα πλισσέ. Ο παπάδες μας εναι σν πνευματικο ρχοντες. Δόξα σοι Θες πο βλέπουμε κόμα τέτοιες βιβλικς μορφς στν αώνα τς μονοτονίας, τς νέκφραστης μοιομορφίας κα τς ντιπνευματικς πεζότητας! στόσο, κ᾿ κενοι πο δν χωνεύουν τ μαλλι κα τ ράσα, μιλομε συχν μ γεροντοκοριτσίστικη κσταση γι κάποιες «βιβλικές μορφές». Θέλεις μλον παρε, θέλεις κυδώνι λάβε, πο λέγει κα παροιμία.

Τ πόσο στολίζουν τ γένεια να ερ πρόσωπο κα το δίνουνε επρέπεια κα πνευματικ ξίωμα, τ δείχνει νάμεσα σ λλα κα τ γαλμα το Μωϋσ π τν Μιχαλ γγελο. (Τ γράφω ατ γι τος δυτικόπληκτους). ν κατ τν ρχαία παράδοση Μωϋσς παριστάνεται σπανς μ λίγες ραις τρίχες στ πηγούνι, Μιχαλ γγελος. δηλ. νας τεχνίτης κατόλικος, πο βλεπε γύρω τος ξουρισμένους κληρικούς, τν κανε μ μακρυ κα μπλεγμένα γένεια κα μ πολλ σγουρ μαλλιά, γι ν δώσ χαρακτήρα περανθρώπου κα ερατικόν, πως στν Σαβαώθ, στος Πατριάρχες κα στ᾿ λλα σεβάσμια πρόσωπα τς γίας Γραφς.

Κάποιος γνωστός μου κληρικς πο ταξίδεψε πρν π λίγα χρόνια στ Συρία κα στ Λίβανο, μο λεγε πς το επε νας ρχιμανδρίτης Σρος πς βασιλις τς ορδανίας βδουλλάχ, λεγε στν μακαρίτη Πατριάρχη ντιοχείας: «σες ο ρθόδοξοι χετε στ παρουσιαστικό σας κάποιο πράγμα πο μς κάνει, μς τος μουσουλμάνους, ν νοιώθουμε σεβασμό. ν κενοι ο φραγκοπαπάδες μς φαίνουνται σν πράκτορες πόπτων ποθέσεων». λλ κα κάποιοι ερες μας πο πήγανε σ ξένες χρες χριστιανικς τς Ερώπης κα τς μερικς, μ τ ράσα κα τ γένεια, πως κάνουνε Ρσοι, τανε σεβάσμιοι γι τος ντόπιους, ν στος κουρεμένους φραγκοφορεμένους δικούς μας δν δείχνανε κανένα σεβασμ σν σ θρησκευτικος νθρώπους. Πολλο ξένοι μο τ τονίσανε ατό, κα γι᾿ ατ κκλησία μας πο στέλνει στς παροικίες παπάδες, χει ξεπέσει στν συνείδηση τν ξένων. ξ λλου, τ κοστούμι κ᾿ γραβάτα χει μεγάλη πίδραση στ θος τν κληρικν μας πο τ φορνε..

νας ελαβς ερεύς, γνωστός μου, μο λεγε πς ταν τ βράδυ βγάλ τ ράσα γι ν κοιμηθ, δν γνωρίζει τν αυτό του, κα θαρρε πς θεία χάρη πο νοιώθει ταν τ φορ, φεύγει π πάνω του.

πως ξιωματικς στυνόμος πο πηρετε τν πίγεια ξουσία, φορε τ στολή του γι ν γνωρίζεται, τσι κι᾿ ερωμένος, κα πολ περισσότερο, γιατ πηρετε τν οράνια ξουσία πρέπει ν φορε τν στολή του, κι᾿ χι ν ντρέπεται, πως κάνουνε κενοι πο δν θέλουν τ ράσο. ν βγάζανε τν ερατικ περιβολή τους ο παπάδες κα βάζανε πολιτικά, θ βλέπανε τί περίπαιγμα θ παθαίνανε π τος θρησκους, προπάντων στν παρχία. Γιατ τ ράσο εναι σπίδα.

Γι τοτο, πς λλοίμονο ν παρουσιασθ παπς στ χωρι μ πανταλόνια κα μ γραβάτα, κα τ καλοκαίρι μ κοντ μανίκια! τί δυστυχία! διάλυση τν πάντων! Τί λλάδα μπορε ν σταθ πιά; λα θ διαλυθονε. παπς στ χωρι εναι σύμβολο. Σύμβολο θρησκευτικ κα θνικό, ς εναι κα γράμματος, πι πελέκητος. Τ ράσο θυμίζει στν λα τν στορία του, τς θυσίες του, τος πόνους του, τς χαρές του, κα γι᾿ ατ τ ράσο τν ζεσταίνει, το δίνει φρόνημα, πίστη, πεποίθηση, μπιστοσύνη κι᾿ γάπη στ φυλή του. Ατο πο θέλουνε ν καταργήσουνε τ ράσο κα ν μοντερνίσουνε τν ρχαία ψη το παπ, συλλογιστήκανε καλ τί ζητνε; ς ρωτήσουν τος ξενητεμένους λληνες τί χαρ κα τί κατάνυξη νοιώθουν ταν ντικρύσουν, στς χρες πο ζον, κάποιον ερέα μας μ γένεια κα μ ράσο. Εδα κάπου ν γράφει νας διάκος εσεβς τι σ να γράμμα πο λαβε π ναν γνωστό του νέον, λλ γγαμον ερέα, πο πηρετε στν Τασμανία τς Αστραλίας, γραφε τ παρακάτω λόγια: «τ εχάριστο εναι τι κατώρθωσα ν διατηρ τ ράσα κα τ γένειά μου, κα οτω πολαμβάνω σεβασμο κα πολλς κτιμήσεως π τος μογενες της Τασμανίας».

λλ ς γυρίσουμε γι λίγο κόμα σ κείνους πο δ μπορονε ν χωνέψουνε τ ράσο κα τ γένεια τν ερέων π τ μεγάλη «ασθητική» καλλιέργεια πο χουνε.

νας π᾿ ατούς, πο εναι τώρα μακαρίτης κ᾿ τανε τότε πο ζοσε καθηγητς σπουδαος της Θεολογίας, μ προσκάλεσε στ σπίτι του γι ν μο δείξ τ «καλλιτεχνήματα» πο εχε... Δν βλεπα τν ρα κα τν στιγμ ν φύγω π κε μέσα κα σν βγκα, κανα τν σταυρό μου, νασαίνοντας βαθειά, κα εχαρίστησα τν Κύριο πο δν μ ξίωσε ν γίνω σοφς καθηγητής. Λοιπόν, κενος φτωχς νθρωπος, κενος ψυχικς ξέρακας πο περνοσε γι σοφός, δν χώνευε μήτε τ ράσα, μήτε τ βυζαντιν εκονογραφία, μήτε «την βάρβαρον βυζαντινν μουσικήν, νάλωσε δ τς δυνάμεις ατο μέχρι το θανάτου του, μοχθήσας δι τν συγχρόνισιν τν κκλησιαστικν μν τεχνν»! Θες συχωρέστον.