μήνυμα

μήνυμα

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Σχέδιο αποδόμησης της Ορθοδόξου Χριστιανικής πίστεως;

Σχέδιο αποδόμησης της Ορθοδόξου Χριστιανικής πίστεως;

 
Η Νέα τάξη πραγμάτων, μεταξύ των άλλων, για την επιβολή των επιδιώξεων της υιοθέτησε την πολυπολιτισμικότητα των λαών και την ετερότητα των μειονοτικών και των μεταναστών. Και μάλιστα αντί της εθνότητας των λαών, του εθνικού Κράτους-Πολιτείας προέβαλε το κοινωνικό Κράτος, την Συνταγματική Πολιτεία στο όνομα ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, μιας κοινωνικής δικαιοσύνης με υποκρισία πού ξεπερνά τα όρια του ταρτουφισμού.Κατά συνέπεια με την αποεθνοποίηση των λαών και την επιβολή της πολυπολιτισμικότητας και της ετερότητας κατακερμαρτίζονται και αφανίζονται τα εθνικά γνωρίσματα: ομογλωσσία, ομοθρησκεία, ομογένεια, κυρίαρχες ιδεολογίες, η ιστορία κάθε λάου, η κυρίαρχη-επικρατούσα Θρησκεία και ασφαλώς διαταράσσεται και διασπάται ι συνοχή των κοινωνιών και των συνεκτικών γνωρισμάτων τους. Όλα αντικαθίστανται με την υποκουλτούρα, με το απαράδοτο και τίθενται επί ίσοις όροις αξίες και απαξίες της ζωής. Κάθε αντίθετη άποψη-θέση χαρακτηρίζεται εθνικιστική, ρατσιστική και περιβάλλεται με το ένδυμα του φανατισμού. Όπου επεκράτησαν οι αντιλήψεις-ιδεοληψίες της παγκοσμιοποιήσεως συνέβη το αυτονόητο: οι μειονότητες να αποκτήσουν ευρύτερα δικαιώματα των Ιθαγενών, αλλά, και το χειρότερο, επειδή το σύστημα αυτό της ανατροπής και ισοπέδωσης των αξιών, των υπαρκτών δικαιωμάτων και διαχρονικών ιστορικών και πνευματικών παραδόσεων, οδήγησε στην υποβάθμιση του ανθρώπινου προσώπου και των παραδεδομένων αξιών, είχε ως αποτέλεσμα αφ” ενός μεν η λεγόμενη πολυπολιτισμικότητα να μην έχει σχεδόν καμιά σχέση με τον πολιτισμό και τις αξίες του, και αφ” ετέρου δε η ετερότητα των μεταναστών οδήγησε στην απομόνωση-γκετοποίηση αυτών των ιδίων.Ο κοινωνικός ανταγωνισμός και η πάλη των τάξεων λειτούργησαν και λειτουργούν αρνητικά στην κοινωνική συνοχή, την οποία συγκρατούσαν και συγκρατούν η εθνική συνείδηση, η ομογένεια και ομοθρησκεία. Τις συνέπειες της πολυπολιτισμικότητας και της ετερότητας των μεταναστευτικών λαών και της καταργήσεως της εθνότητας τις δοκίμασε πρώτα ο λεγόμενος υπαρκτός σοσιαλισμός των Ανατολικών Χωρών- με τα γνωστά αποτελέσματα-, και έπειτα η Ευρώπη, η όποια απέκτησε πρόσφατα πικρή εμπειρία και επιστρέφει τώρα στον πρώτο της ρυθμό και τρόπο ζωής. Κλασσικό παράδειγμα η Βρετανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Γερμανία και άλλες χώρες, οι όποιες εγκαταλείπουν την αρχή της πολυπολιτισμικότητας και της ετερότητας και επιστρέφουν στα εθνικά και θρησκευτικά τους ιδεώδη, στα ιστορικά και πνευματικά μορφώματα.Το παράδοξο είναι ότι αυτήν την καινοτόμο παρακμή και απόρριψή της τη μεταφέρουμε άκριτα εμείς οι Έλληνες στη Χώρα μας. Υπονομεύουμε μόνοι μας το έθνος μας και την Ορθοδοξία μας. Η ίδια η Πολιτεία- το Κράτος με την αποεθνοποίηση του εκπαιδευτικού μας συστήματος και με την αποδόμηση της Ορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως αναιρεί τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του έθνους και τον χαρακτήρα της Ορθοδοξίας. Έτσι η πολυπολιτισμοποίηση της Εκπαίδευσης επιδιώκεται από την Πολιτεία μέσω των σχολικών βιβλίων: Ιστορίας, Λογοτεχνίας-Νέων Ελληνικών και των βιβλίων των Θρησκευτικών – Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου. Η προσπάθεια πού έγινε από την Πολιτεία το 1998-2000, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα και τα νέα σχολικά Βιβλία και ιδιαίτερα για την αλλαγή του χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών σε Θρησκειολογικό ή πολυπολιτισμικό από Ομολογιακό και Κατηχητικό πού είναι, επισημάνθηκε πρώτα από τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου του Αγίου Όρους π. Γεώργιο Καψάνη με εισήγηση του στο Η” Πανελλήνιο Θεολογικό Συνέδριο το 1999 και τονίστηκε αμέσως με έμφαση από τον τότε Αρχιεπίσκοπο της Εκκλησίας της Ελλάδος μακαριστό Χριστόδουλο, ( Πρακτικά Η” ΠΘΣ, Αθήνα 1999,σσ.118-120,150-154).Η αποδόμηση της ιστορίας, της εθνικής συνειδήσεως και του ελληνικού πολιτισμού αναπόφευκτα οδηγούν στη διάλυση του έθνους και στην εδαφοποίηση της πολυπολιτισμικότητας και της ετερότητας των μειονοτήτων και μεταναστών. Η αποεθνοποίηση του Κράτους συντελεί αναμφισβήτητα στη διάσπαση της κοινωνικής συνοχής και η δημιουργία πολυπολιτισμικής δημοκρατίας καταργεί κυρίαρχες αξίες, δικαιώματα διαφόρων κοινοτήτων και βαθαίνει τις παντός είδους διακρίσεις. Όλα αυτά ενισχύονται και από την αποδόμηση της ορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως. Άς ελπίζουμε όμως ότι η Πολιτεία θα αντιληφθεί το μέγεθος της κρίσεως αυτής και θα αναλάβει τις ευθύνες πού της ανήκουν και θα αναχαιτίσει την ορμή της παγκοσμιοποίησεως πού ισοπεδώνει και εξισώνει αξίες και απαξίες, ή ακριβέστερα αφαιρεί αξίες και προσθέτει απαξίες. Η δε Εκκλησία, ευελπιστούμε ότι δεν θα επιτρέψει την αλλοίωση του χαρακτήρα της Ορθοδοξίας- έχει τη δύναμη να προβάλει συστηματικά την εξ Αποκαλύψεως διά Ιησού Χριστού αλήθεια του Ευαγγελίου.Όσο και αν φαίνεται απίστευτο,εισήλθαμε σε περίοδο μιας νέας αιχμαλωσίας, διανύουμε την περίοδο της παγκοσμιοποιούμενης κοινωνίας. Χρειαζόμαστε και πάλι, περισσότερο το Ψαλτήρι, το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο ως εργαλεία ενός νέου «κρυφού σχολείου». Αυτό γράφεται με πλήρη συνείδηση, το βεβαιώνουν γεγονότα εσωτερικά και διεθνή. Η αποεθνοποίηση του Γένους των Ελλήνων, ο εκβαρβαρισμός της Ελληνικής γλώσσης και η αποδόμηση της Ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως παραπέμπουν ευθέως στην αναγκαιότητα ενός νέου «κρυφού σχολείου». Η κρίση πού μαστίζει την ανθρωπότητα και πλήττει καίρια και τον ελληνοχριστιανικό μας πολιτισμό δεν αντιμετωπίζεται με οθνεία στοιχεία, ιδεοληψίες και κοινωνικό – πολιτικά ιδεολογήματα.Χρειάζεται η αλήθεια της θείας εν Χριστώ Αποκαλύψεως.Έτσι θα κρατήσουμε την 25η Μαρτίου ως εορτή της εθνικής μας παλιγγενεσίας και ως εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού. Έτσι θα περάσουμε από την αγωνία και τη δοκιμασία του Τριωδίου, τη βάσανο των παθών και της σταυρώσεως του Χριστού στην Ανάσταση του Θεανθρώπου, ο όποιος «σαρκί του θανάτου γευσάμενος» έγινε «ο Κύριος της δόξης». Θα περάσουμε από το Τριώδιο στο Πεντηκοστάριο, και από την Ανάσταση και την Ανάληψη του Αναστάντος Χριστού στην Πεντηκοστή, στην παγκοσμιότητα της Ορθοδοξίας, η οποία ανακεφαλαιώνεται και επαναλαμβάνεται με το Χριστός Ανέστη.
   
του Ηλία Δ. Μπάκου
Δρος Θεολογίας-Φιλολόγου
Από το περιοδικό της ΠΕΘ «ΚΟΙΝΩΝΙΑ», Ιανουάριος-Μάρτιος 2009, τεύχος 1