μήνυμα

μήνυμα

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

«ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ, ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ, Η ΑΠΟΚΤΕΝΝΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΦΗΤΑΣ ΚΑΙ ΛΙΘΟΒΟΛΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΥΣ…» (Ματθ. κγ´, 37-38)

Θλίψιν καί ἀγανάκτησιν προξενεῖ εἰς τήν ψυχήν ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ ὁποῖος ἀπευθύνεται εἰς τήν Ἱερουσαλήμ, δηλαδή εἰς τούς κατοίκους τῆς προφητοκτόνου πόλεως. Ἐάν ὅμως ἐξετάσωμε καί δοῦμε γιά ποῖον λόγον ἐλέχθη ἡ φρᾶσις αὐτή, θά διαπιστώσωμε ὅτι κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά ἐμᾶς σήμερα.
 
Τά λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι πράγματι πολύ συγκινητικά καί ἀποκαλύπτουν θλίψι, πόνο, ἀλλά καί τήν εὐαισθησία τοῦ Ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ. Καί τοῦτο διότι ἡ καρδιά τοῦ Θεανθρώπου ξεχείλιζε ἀπό ἀγάπη καί στοργή γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ Χριστός παρομοιάζει τόν ἑαυτόν Του μέ ὄρνιθα «ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγεῖν τά τέκνα σου ὅν τρόπον σου ἐπισυνάγει ὄρνις» (Ματθ. κγ´, 37). Ἡ ὄρνις εἶναι πολύ θερμή καί στοργική πρός τά μικρά της. Ὅπως δέ μᾶς διδάσκουν οἱ φυσιοδῖφες, ὅταν ἡ ὄρνις ἀντιλαμβάνεται ἐπερχόμενο κίνδυνο - γεράκι, φίδι, ἤ κάτι παρόμοιο -, ἀναστατώνεται, κράζει τά πουλάκια της καί σπεύδει ἀμέσως νά τά μαζεύσῃ καί νά τά σκεπάσῃ «ὑπό τάς πτέρυγάς» της, κάτω δηλαδή ἀπό τίς φτεροῦγες της. Καί εἶναι τόσο συγκινητικό ὅταν βλέπῃ κάποιος πώς εἶναι ἕτοιμη νά τά προστατεύσῃ καί νά τά σώσῃ μέ κίνδυνο τῆς ἰδικῆς της ζωῆς.
  Εἰς τήν Παλαιά Διαθήκη, καί συγκεκριμένα εἰς τό Δευτερονόμιο, ὁ Θεός παρομοιάζεται μέ ἀετό πού ἀγαπάει περιπαθῶς τούς νεοσσούς του, σκεπάζει τήν φωλιά του καί, ὅταν χρειασθῇ, ἁπλώνει τίς μεγάλες του φτεροῦγες καί τούς βάζει ἐπάνω γιά νά τούς σώσῃ (Δευτ. λβ', 11) [1]. Κάνει δηλαδή ἐκεῖνο πού ἔκανε ὁ Θεός γιά νά σώσῃ, παρά πᾶσαν ἀνθρωπίνην ἐλπίδα, τούς Ἰσραηλίτας ἀπό τούς ἐχθρούς τους. Παρά τίς τόσες ὅμως ἐπαναλαμβανόμενες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ πρός τούς Ἰσραηλίτας καί τήν ἀκαταμάχητη προστασία Του κάτω ἀπό τήν Παντοκρατορική Του σκέπη, ὁ ἀχάριστος αὐτός λαός τοῦ Ἰσραήλ, πού μέ τήν ὅλη του στάσι προσωποποιεῖ τήν ἀγνωμοσύνη, δέν ἀνταποκρίθηκε οὔτε εἰς τό ἐλάχιστο εἰς ἐκείνην τήν Θεϊκή ἀγάπη.
  Μελετῶντας κανείς τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς Βίβλου, θαυμάζει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀφ᾽ ἑνός, καί ἀφ᾽ ἑτέρου μένει ἔκπληκτος γιά τήν περιφρόνησι αὐτῆς τῆς Θείας προστασίας ἡ ὁποία κατήντησε τελικῶς παραφροσύνη. Γι᾽ αὐτό καί ἐπειδή οἱ ἴδιοι οἱ ἀγνώμονες Ἰουδαῖοι δέν Τόν θέλησαν, ὁ Χριστός ἀπέσυρε τήν εὔνοιά Του καί τούς ἐγκατέλειψε εἰς τίς ἄγριες διαθέσεις τῶν ἐχθρῶν των. Οἱ Ρωμαῖοι μέ τίς "σιδερένιες" τους λεγεῶνες πίπτουν ἐπάνω εἰς αὐτούς ὡς γῦπες καί κόρακες καί τούς κατασπαράσσουν. Ἡ ἱστορία περιγράφει μέ τά μελανώτερα τῶν χρωμάτων τά γεγονότα τά ὁποῖα συνέβησαν εἰς τήν Ἱερουσαλήμ κατά τό 70 μ.Χ.
  Ἀλλά, εἴπαμε εἰς τήν ἀρχή, ὅτι τά λόγια αὐτά «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τούς προφήτας καί λιθοβολοῦσα τούς ἀπεσταλμένους...» (Ματθ. κγ´, 37-38), ἐάν ἀναλυθοῦν βαθύτερα, δείχνουν πώς ἔχουν νά κάνουν καί μέ τό ἰδικό μας ἔθνος, τό Ἑλληνικόν, ἀφοῦ κι ἐμεῖς δεχώμεθα, ὅπως καί ὁ παλαιός Ἰσραήλ, τήν Χάριν καί τήν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἁπλῶς δαψιλῶς, ἀλλά κατά κυριολεξίαν σκανδαλωδῶς. Ὅμως, παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὄχι μόνον δέν προσπαθοῦμε νά βελτιωθοῦμε εἰς τήν πνευματική ζωή βαδίζοντες τήν εὐλογημένη ὁδό τῶν Eὐαγγελικῶν ἀρετῶν, τῆς Ὀρθοδόξου δηλαδή πνευματικότητος, ἀλλά οὔτε κἄν μία ἐλαχίστη προσπάθεια δέν καταβάλομε γιά νά σταματήσωμε αὐτό τό φοβερό κατρακύλισμα εἰς τήν σκάλα τοῦ κακοῦ. Φαίνεται πώς ἄρχοντες καί ἀρχόμενοι ἔχομε ἐξαλείψει ἀπό τήν συνείδησίν μας πώς ὑφίστανται καί ἐνεργοῦν καί οἱ «πνευματικοί νόμοι». Φαίνεται πώς κλῆρος καί λαός βαυκαλιζόμεθα θεωροῦντες ὅτι ἡ ἀνοχή τοῦ Θεοῦ πάντοτε θά συγκρατῇ τήν δικαιοσύνην Του. Φαίνεται πώς ἔχομε κι ἐμεῖς ἐν πολλοῖς καλλιεργήσει τήν νοοτροπία τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν «Πατέρα ἔχομεν τόν Ἀβραάμ»  γιά νά λάβουν τήν ἀπάντησι ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, ὅτι «Δύναται ὁ Θεός ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ» (Λουκ. γ', 8), μήπως καί ἀφυπνισθοῦν ἀπό τήν πνευματική τους ραστώνη καί ἀναισθησία.
Τί νά πρωτοαναφέρωμε ὅμως ἀπό τά ὅσα συμβαίνουν εἰς τίς ἡμέρες μας; Ἄς ἐνθυμηθοῦμε τήν πρωθυπουργική ἐπίσκεψι πρίν λίγο καιρό εἰς τό Ἅγιον Ὄρος καί τήν ὑποδοχή πού ἐπεφύλαξαν οἱ ἁγιορεῖτες πατέρες εἰς τόν Πρωθυπουργό. Πόσο λαχταρούσαμε ὅλοι νά ἀκούσωμε ἔστω καί μία φωνή διαμαρτυρίας ἀπό τούς σεβαστούς καί ἀγαπητούς μας πατέρες πού διαβιοῦν εἰς τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, μία ἁγιασμένη φωνή διαμαρτυρίας γιά τά θέματα ζωτικῆς σημασίας πού ἀπασχολοῦν τόν τόπο μας... Βεβαίως, εἴμεθα προσγειωμένοι καί εἰς τήν ἁγιορειτική πραγματικότητα καί δέν ἀναμέναμε στάσιν Θεοδώρου Στουδίτου, ὁ ὁποῖος ἔκλεισε κατάμουτρα εἰς τόν Αὐτοκράτορα τήν πύλη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Στουδίου γιά ἕνα θέμα κατώτερο αὐτῶν πού συμβαίνουν σήμερα. Καί δέν ἀναμέναμε κάτι διαφορετικό, διότι ἀπουσιάζουν τέτοια ἐκκλησιαστικά καί μοναχικά ἀναστήματα τίς χαλεπές τοῦτες ἡμέρες πού ζοῦμε. Ἔστω καί τό ἐλάχιστο ἐάν ἐλέγετο, θά ἀνεκούφιζε καί θά ἀνέπαυε τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως μᾶς ἐπεσκίασε ἡ θλῖψις καί ἐκόντευσε νά κυριαρχήσῃ εἰς τήν ψυχή μας ἡ ἀπογοήτευσις. Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἴσως κάποιος ὑποστηρίξῃ ὅτι ἐλέχθησαν ὡρισμένα πράγματα «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν». Ὅμως τί νά τό κάνωμε τό «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν»; Ἡ τακτική αὐτή μᾶλλον παραπέμπει εἰς τεκτονικάς Στοάς παρά εἰς τήν Ὀρθόδοξη Πατερική ἀγωνιστικότητα καί εἰς τό Ἑλληνορθόδοξον ἦθος...
Ὅσοι μάλιστα ἠμποροῦν νά ἀκούουν διά τῶν γεγονότων, ἀκόμη καί αὐτῶν τῶν φυσικῶν καταστροφῶν, οὐ μήν ἀλλά καί αὐτῆς τῆς ἀπειλῆς τοῦ Ἐγκελάδου, λαμβάνουν τό μήνυμα, τῷ ὄντι συγκλονιστικόν, καί ἐν μετανοίᾳ τό ἀποκρυπτογραφοῦν. Τί λέγει λοιπόν τό μήνυμα; «Ἰδού ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος» (Ματθ. κγ', 38)! 
Ὅσον ἀφορᾶ δέ εἰς ὅσα συνέβησαν ἐπ᾽ ἐσχάτων μεταξύ τοῦ Πατριάρχου καί τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα (ὅπου καί ἐδῶ ἐπεκράτησε «ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή» ἀπό κλῆρο καί λαό), ἄς ἀναφωνήσωμεν περιπαθῶς:
Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, Σιών Ἁγία, Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν, πῶς ἀνέχθηκες, μετά ἀπό τόσα καί τόσα πού ἔχουν συμβῆ καί ἀποκαλυφθῆ εἰς τά ἅγια χώματά σου, τήν ἐπάρατον «Ἀθηναγόρειον» πορείαν τήν ἀπάγουσαν εἰς τήν νόθευσιν καί τήν προδοσίαν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ;
Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, εἰς τά ἐδάφη ὅπου ἐπάτησαν οἱ πόδες τοῦ Θεανθρώπου πῶς ἀνέχθηκες συμπροσευχές καί παραβιάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς ᾽Εκκλησίας Του, πού ἐτραυμάτισαν τό Σῶμα Του;
Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, εἰς τόν κῆπον τῆς ἀγωνίας τοῦ Χριστοῦ, ὅπου ἐστάλαξε ὡσεί θρόμβοι αἵματος ὁ ἱδρώς Του, πῶς ἐδέχθης ἀβαρίες καί συγκαταβάσεις εἰς θέματα Πίστεως, προσυπέγραψες καί ἠνέχθης «Θεοφιλῶς» τό «καϊαφικόν συνέδριον»;
Ὦ, Ἱερουσαλήμ, ἐξέπεσας διά τῶν ποιμένων σου μέ ἀποτέλεσμα οἱ πολιτικές, κοσμικές καί ὑποχθόνιες τώρα κατευθύνσεις νά καθορίζουν εἰς τά γεωγραφικά σου ὅρια τήν ἐκκλησιαστικήν γραμμήν τῶν παλαιφάτων Πατριαρχείων;
Ὦ, Ἱερουσαλήμ, ὅπου ὁ Χριστός «… πρὸ αἰώνων εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς» (Ψαλμ. ογ´, 12), τώρα παροργίζεις τήν ἀνοχήν καί δικαιοσύνην Του καί ἡ Χάρις Του θέλεις νά μεταβληθῇ εἰς «… πῦρ καταναλῖσκον»; (Ἑβρ. ιβ´, 29).
Ἀναπαύονται οἱ ποιμένες σου εἰς τό νά ἐρημώσουν τά Ἱερά θυσιαστήρια καί νά ἀδειάσουν τά Ὀρθόδοξα προσκυνήματα; Θέλεις νά ἐκπληρωθῇ, γιά εἰσέτι μία φορά, ἡ προφητεία Του «ἰδού ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος»; (Ματθ. κγ´, 38).
῏Ω, ποιμένες καί λαέ Του περιούσιε, καθεύδετε καί ὑπνώττετε; Λέγει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον διά τοῦ Ἀποστόλου «νήψατε, γρηγορήσατε...» (Α´ Πέτρου ε´, 8). Ἀφυπνισθῆτε λοιπόν διότι ὁσονούπω «... ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἐπί τούς υἱούς τῆς ἀπειθείας» (Ἐφεσ. ε´, 6).   
Καί νῦν ἄς ἀπορήσωμε καί ἄς διερωτηθοῦμε: Εἰς τούς Ἁγίους Τόπους, τούς ὁποίους ἔρραναν θεατρικῶς μέ ὑποκριτικούς ἀλληλοασπασμούς, ἀσπασμούς χειρῶν καί κροκοδείλια δάκρυα, ἐάν παρευρίσκετο ἐκεῖ ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, τοῦ ὁποίου ὁ Πάπας καυχᾶται πώς εἶναι διάδοχος, θά ἔμενεν ἄραγε ἀπαθής, ἤ θά ἀπέσπα ἐκ τῆς θήκης, ὄχι ἁπλῆν μάχαιραν, ἀλλά δίστομον ρομφαίαν; Θά ἔμενεν ἀπαθής, ἤ, ὡς ἄλλος Προφήτης Ἠλίας, ζηλωτής καί πυρφόρος, θά ''ἐτακτοποιοῦσε'', ὅπως τούς ἁρμόζει, τούς ἱερεῖς καί ἀρχιερεῖς τῆς αἰσχύνης; Θά ἔστεκε ἄραγε ἀπαθής ὁ Ἀπόστολος Πέτρος θεωρῶν τά αἱρετικά καί οἰκουμενιστικά θέατρα τοῦ παραλόγου; Μήπως θά ἐπανελάμβανε καί πάλιν, ὡς ἕτερος δίκαιος Φινεές, τήν πρᾶξιν ἐκείνου ἡ ὁποία ἐλογίσθη ὡς δικαιοσύνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;
  Φυσικά, ὁ Κύριος, μέ τά λόγια «Ἱερουσαλήμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τούς προφήτας καί λιθοβολοῦσα τούς ἀπεσταλμένους...» (Ματθ. κγ´, 37-38) πού ἐξέφρασε μέ τόσο πόνο, πού ὅμως ἀποτελοῦσαν καί μία προειδοποίησι γιά ὅσα νομοτελειακῶς θά ἀκολουθοῦσαν λόγῳ τῆς σκληροκαρδίας καί τῆς ἀμετανοησίας τῶν Ἰουδαίων, ἀπευθυνόταν διά τῆς ''πόλεως Ἱερουσαλήμ'' εἰς ὅλο τό πλήρωμα τοῦ λαοῦ, τόσο εἰς τούς ἄρχοντας, ὅσο καί εἰς τόν ἁπλό λαό. Τόσο εἰς τούς πνευματικούς ταγούς τῆς Ἱερουσαλήμ, εἰς τό τότε σάπιο δηλαδή θρησκευτικοπολιτικό κατεστημένο, ὅσο καί εἰς τό ἐσκοτισμένο ποίμνιο τοῦ θεοκρατικοῦ Ἰσραήλ. Καί ἀπηύθυνε τούς λόγους αὐτούς ὁ Χριστός, εἰς τούς μέν ἄρχοντας διότι σατανικῶς ἐπέβαλλαν, εἰς τούς δέ ἀρχομένους διότι ἀνοήτως καί ἄνευ ἀντιδράσεως ἀνέχονταν.
Καί ὅπως εἰς κάθε ἐποχή ὑπάρχει ἡ «βλαμμένη εὐλάβεια», κατά τόν λόγο τοῦ Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, ἔτσι καί τότε θά ὑπῆρχαν πολλοί οἱ ὁποῖοι θά ὑπεστήριζαν ὅτι «ἐμεῖς, δέν ἠμποροῦμε νά εἰποῦμε καί νά κάνωμε τίποτε, ἀφοῦ οἱ ἀρχιερεῖς μας καί οἱ καλοί μας Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ἔχουν τόν πρῶτον λόγον καί φέρουν τήν εὐθύνην εἰς τά ἐθνικά καί θρησκευτικά μας θέματα». Κάτι δηλαδή ἀνάλογο μέ αὐτό τό ὁποῖο συμβαίνει καί σήμερα εἰς πλείστους ὅσους φαντάζονται, ἀνοήτως καί ἀπερισκέπτως, πώς μέ τό προπέτασμα δῆθεν τῆς ὑπακοῆς εἰς τούς προεστῶτας ἀποσσείουν τίς εὐθύνες των καί καλύπτουν τήν δειλία των. Ἀλλά ἄς ὄψωνται ὅσοι ἐπί δεκαετίες ἐκαλλιέργησαν σύν τοῖς ἄλλοις καί μία τέτοια νοοτροπία. Ἔτσι λοιπόν προστίθεται ἕνας ἐπί πλέον λόγος γιά τόν λιθοβολισμό μας καί ὁ κατάλογος τῶν παρανομιῶν κατά τῆς καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας αὐξάνεται.
Αὐτά ἄς συλλογισθοῦμε καί ἡ ψυχή μας ἄς ἀναστατωθῇ καί ὡς ἄλλος Ἡσαΐας ἄς ἀνακράξωμεν ἐκ μέσης καρδίας: «Πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσθες κακά τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς» (Ἡσ. κστ´, 15) οἱ ὁποῖοι ''ἔνδοξοι'' φαντάζονται ὅτι εἶναι κοσμοκράτορες καί κυβερνοῦν τήν οἰκουμένη καί θεωροῦν πώς ὅλοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά τούς ὑπακούωμε, νά τούς προσκυνοῦμε καί νά ἀσπαζώμεθα τήν ἐμβάδα καί τήν χεῖρα των.
Ἄς συνέλθωμε λοιπόν καί ἄς πάρωμε τό βλέμμα ἀπό τήν ὕλη, τήν ἁμαρτία καί τήν διαφθορά, καί ἐν τῷ ἅμα ἄς εἴπωμεν πρός τήν πατρίδα μας: «Ἑλλάς, Ἑλλάς, ἕως πότε ἡ πώρωσις, ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀναισθησία ἡ σκλήρυνσις… θά συνεχίζωνται ἔναντι τοῦ νόμου, τῆς ἀνοχῆς καί αὐτῆς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ; Ἕως πότε θά προσκρούωμε εἰς τόν νόμον Του, θά προκαλοῦμε τήν ἀνοχή Του καί θά προσβάλλωμε τήν ἀγάπη Του; Γιατί Τόν ἐκπειράζομε, ἐμεῖς πού θά ἔπρεπε νά Τόν εὐγνωμονοῦμε καί νά Τόν διακηρύσσωμε εἰς πάντα τά Ἔθνη;»
Διότι δέν φθάνει πού ἔχομε, ἀκόμη καί διά νόμων, καταργήσει τόσες καί τόσες ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὅπως τό «οὐ φονεύσεις» διά τῶν ἀμβλώσεων καί τῆς λήψεως ὀργάνων ἀπό ''ἐγκεφαλικά νεκρούς'' (τό τελευταῖο μάλιστα καί μέ τήν σύμφωνη γνώμη ἀκόμη καί πολλῶν Ἱεραρχῶν), δέν φθάνει πού καταργήσαμε τό «οὐ μοιχεύσεις» διά τῆς ἐπαράτου ἀποποινικοποιήσεως τοῦ θανασίμου ἁμαρτήματος τῆς μοιχείας, δέν φθάνει πού καταργήσαμε τόσα καί τόσα ἄλλα, τά ὁποῖα εἶναι ἄκρως ἀντίθετα πρός τήν Χριστιανική ζωή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τελευταίως ἔπρεπε νά καταργηθῇ καί ἡ ἀργία τῆς Κυριακῆς; Μᾶς φόρεσαν λοιπόν τώρα καί αὐτό τό «Σαμάρι»...
  Ἀλλά ἐκεῖνο τό ὁποῖο οὐδείς ἐχέφρων, σοβαρός καί φυσιολογικός ἄνθρωπος θά ἐπερίμενε καί θά ἐφαντάζετο ὅτι θά ἠμποροῦσε νά συμβῇ, ἦτο ὅτι οἱ Ἕλληνες Εὐρωβουλευτές, ὅλου τοῦ πολιτικοῦ φάσματος παρακαλῶ, ἀκόμη καί ἐκείνων τῶν παρατάξεων πού ὑποστηρίζουν δῆθεν τίς ἐθνικές καί οἰκογενειακές παραδόσεις καί τόν φυσιολογικό τρόπο ζωῆς, τελικῶς θά ἐψήφιζαν ὑπέρ τῶν δῆθεν δικαιωμάτων τῶν καί διεστραμμένων ἀνθρώπων καί ὑπέρ τῆς ἀμνηστεύσεως καί νομιμοποιήσεως τῆς ἀηδιαστικῆς ὁμοφυλοφιλίας μέσα εἰς τό Εὐρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τό ὁποῖο δυστυχῶς ἔχει καταντήσει εἰς τήν κυριολεξίαν μία εὐρωπαϊκή "χαβούζα". Καί δέν εὑρέθη οὔτε ἕνας, δυστυχῶς, οὔτε ἕνας ἐξ᾽ ὅλων αὐτῶν τῶν «Ἑλλήνων» εὐρωβουλευτῶν νά ὑψώσῃ μίαν φωνήν διαμαρτυρίας...
Πάντως, ἄς προσέξωμεν ἅπαντες, διότι ὄχι ψιθυριστά καί ὡς «αὔρα λεπτή», ἀλλά ὡς «βροντή Συρίζουσα», δέν θά ἀργήσουν νά πέσουν ἐπάνω μας ἀστροπελέκια καί νά ἀλλάξουν ἐπί τό χεῖρον τά παραδοσιακά παγιωμένα δεδομένα εἰς πολλούς χώρους.
Μέ ὅλα αὐτά λοιπόν πού συμβαίνουν εἰς τήν ἐποχή πού ζοῦμε, πόσο ἀληθινός πράγματι ἀποδεικνύεται γιά μία ἀκόμη φορά ὁ ἀψευδής λόγος τοῦ Θεοῦ «... Πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης» (Ψαλμ. ριε´, 2) καί «Μή πεποίθατε ἐπ᾽ ἄρχοντας ἐπί υἱούς ἀνθρώπων οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (Ψαλμ. ρμε´, 3), τόσο γι᾽ αὐτούς πού «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» ἀφρόνως διακηρύσσουν τήν ἀποκοπή τους ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία καί κηρύσσουν πόλεμον ἐναντίον Αὐτῆς, ὅσο καί γι᾽ αὐτούς πού δῆθεν ἀγαποῦν τήν Χριστιανική πίστι καί σέβονται τίς ἐθνικές μας παραδόσεις, ψηφίζουν ὅμως ὁ,τιδήποτε παράλογο καί ἀντίχριστο, ἐξωφρενικό καί ἀνήθικο!
Φαίνεται ὅμως πώς οἱ κύριοι αὐτοί ἐζήλωσαν «δόξαν Ἰσραήλ», ὄχι μόνον μέ τό ὅτι ἀρνοῦνται νά τεθοῦν ὑπό τάς πτέρυγας τῆς Χάριτος, ἀλλά καί μέ τό ὅτι, ὡς ἄλλοι προφητοκτόνοι, διά τῶν τόσων  ἀνόμων καί αἰσχρῶν νόμων καί διά τῆς διά νόμου προστασίας τοῦ θεομισήτου κιναιδισμοῦ, «λιθοβολοῦν τούς ἀπεσταλμένους πρός αὐτούς». Διότι, πῶς ἀλλοιῶς νά χαρακτηρίσῃ κάποιος τούς ψηφίζοντας τούς νόμους τούς ὁποίους παρασκευάζει, τόσον τό Εὐρωπαϊκόν, ὅσον καί τό - ἀλλοίμονον - «Ἑλληνικόν» Κοινοβούλιον καί οἱ ὁποῖοι νόμοι ἔχουν ὡς σκοπόν νά παρεμποδίζεται πλέον κάποιος νά κηρύσσῃ καί νά ἐκφράζῃ ἐλεύθερα καί ξεκάθαρα τήν ἀλήθεια καί νά ὀνομάζῃ τά πράγματα, τίς πράξεις καί τά γεγονότα μέ τό ὄνομά τους; Πῶς διαφορετικά νά χαρακτηρίσῃ ἕνας πιστός καί συνετός ἄνθρωπος τήν νομολογία (π.χ. ἀντιρατσιστικό νόμο, κλπ.) πού ὁλονέν καί περισσότερον σχεδιάζουν, παρασκευάζουν καί προωθοῦν πρός ψήφισιν ἐναντίον ὁποιουδήποτε Ἑλληνοψύχου Ὀρθοδόξου πού ὑπεραμύνεται τῶν Πατρίων παραδόσεων; Ἐναντίον ὁποιουδήποτε θεωρήσει χρέος του νά κηρύττῃ ἐπ᾽ ἄμβωνος τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί νά στηλιτεύῃ τήν ἁμαρτία; Ὅπως τήν ἀλήθειαν πού ἀναφέρεται εἰς τά Σόδομα καί Γόμορρα στηλιτεύοντας τά «ἔργα τῆς σαρκός», ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἁμαρτία; Μήπως ἄραγε αὐτοί οἱ «Συρίζοντες καί σφυρίζοντες» τοῦ Εὐρωκοινοβουλίου ἀπαιτήσουν εἰς τήν συνέχεια νά καταργηθοῦν τά σχετικά κεφάλαια τῆς Βίβλου καί ἀξιώσουν ἐπίσης νά ἀπαλειφθοῦν καί τά πρῶτα κεφάλαια τῆς Πρός Ρωμαίους Ἐπιστολῆς τοῦ Ἀπ. Παύλου; Δέν φθάνει, βλέπετε, πού κάποιοι ἐπιζητοῦν τήν κατάργησι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τώρα ἴσως θά ἔχωμε καί περικοπές τμημάτων τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως καί περιορισμό τοῦ ζωντανοῦ κηρύγματος, μήπως καί θιγοῦν οἱ ἄνομοι καί παράνομοι...         
Μαζί λοιπόν μέ τόν λιθοβολισμό ἐναντίον ὅσων ἐδιαμαρτύροντο ἕως τώρα ὑπέρ τῶν ἐθνικῶν, ὀρθοδόξων, πνευματικῶν, κοινωνικῶν καί ἄλλων συναφῶν θεμάτων, οἱ «προσκυνημένοι» καί ποικίλοι ἄλλοι «’Εφιάλτες» ἐντός ὀλίγου θά ἠμποροῦν νά διώκουν τούς φυσιολογικούς ἀνθρώπους καί νά συνάπτουν καί ἐπιπρόσθετες κατηγορίες ἐναντίον των καθώς καί ἐναντίον ὅλων γενικῶς, ὅσων μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ θά ἀγωνίζωνται νά ἐνεργοῦν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Δέν ἀποκλείεται μάλιστα μέσα εἰς ὅλον αὐτόν τόν ὀρυμαγδό νά εὑρεθοῦν καί κάποιοι ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἀπηγόρευσαν εἰς κληρικούς τους νά χαρακτηρίζουν γραπτῶς καί προφορικῶς τούς Παπικούς καί τούς Προτεστάντες μέ τό ὄνομά τους, δηλαδή αἱρετικούς, εἰς τήν συνέχεια νά ἐπιβάλλουν κυρώσεις ἐναντίον ὅλων τῶν ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου οἱ ὁποῖοι θά καταφέρωνται ἐναντίον ἐκείνων γιά τούς ὁποίους τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἀναφέρει πώς «τά γάρ κρυφῆ γινόμενα ὑπ᾽ αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καί λέγειν» (Ἐφεσ. ε´, 12). Ἄραγε, οἱ ἐπίσκοποι αὐτοί δέν θά συνειδητοποιήσουν ὅτι μέ τήν τακτική τους αὐτή ἀλλοιώνουν, τόσο τούς πνευματικούς, ὅσο καί αὐτούς τούς φυσικούς νόμους πού ἔθεσε ὁ Θεός;
Ἄλλά τί νά πῇ κανείς καί γιά τήν Εὐρώπη; Ἀπό τήν στιγμή πού «παράγοντες τινές» ἀφῄρεσαν ἐκ τῆς ἱστορίας της τόν Χριστιανισμόν ὡς πραγματικότητα καί ὡς οὐσιαστικόν καί θεμελιῶδες στοιχεῖον ταυτότητος τῆς Εὐρώπης καί ἐξελίξεως τῆς εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας, καί ἀφ᾽ ἧς στιγμῆς οἱ Εὐρωπαῖοι πολίτες δέν ὕψωσαν γι᾽ αὐτήν τήν πλαστογράφησι τῆς ἱστορίας των φωνήν διαμαρτυρίας, τά πάντα εἶναι πιθανά, ἀκόμη καί τά πλέον παράλογα, ἀντιφατικά καί διεστραμμένα...
Ἐπίσης, τί νά πῇ κανείς καί πῶς νά θρηνήσῃ καί γιά τό κατάντημα τοῦ λεγομένου «καλλιτεχνικοῦ χώρου»; Εἶναι τοὐλάχιστον ἀφάνταστο καί συνάμα ἀπολύτως ἀπογοητευτικό εἰς τόν Ἑλληνικό χῶρο, ὅπου ἀναπτύχθηκε ἡ ἁρμονία, ἡ μουσική - ὅπως ἡ βυζαντινή - ἡ ποίησις καί γενικῶς οἱ τέχνες εἰς τήν πλέον ὑψηλή τους μορφή, εἶναι πράγματι ἀπογοητευτικό αὐτό πού συνέβη, νά ὑπερψηφίζουν εἰς τόν διαγωνισμό τῆς Eurovision μεταλλαγμένα ὄντα, τήν στιγμή μάλιστα πού ζοῦν μέχρι τῶν ἡμερῶν μας συμπατριῶτες μας συνθέτες παγκοσμίου ἀκτινοβολίας πού μέ τούς στίχους καί τήν μουσική τους ὕμνησαν τά ἰδανικά, τήν ἐλευθερία, τήν Ρωμηοσύνη, τό ἔθνος, τήν Ἑλλάδα, καί γενικώτερα τόν ἄνθρωπο. Ἐψήφισαν δηλαδή ὄντα πού ἐξέπεσαν ἑκουσίως ἀπό τήν φυσική τους κατάστασι, μέ ἀποτέλεσμα νά κατρακυλίσουν καί νά κατεξευτελίζουν τήν ἀνθρωπίνη προσωπικότητα μέ μίαν «μίξιν ἄμικτον» ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς ἕνα τέρας ἀλλόκοτον. Ὦ, κατάντημα τῶν μουσικῶν κριτῶν τῆς Ἑλλάδος πού διά τῆς ψήφου των ἐξευτέλισαν τόν ἀνδρισμό, τόν ἀνθρωπισμό, τό ἔθνος καί γενικῶς εἰπεῖν ὁ,τιδήποτε τό ὄμορφον, τό ὑψηλόν καί ἰδίως τό καλλιτεχνικόν! Καί ἐάν θελήσωμε νά ὁμιλήσωμε μέ λόγον ἀναφορᾶς εἰς τούς ἀρχαίους προγόνους μας, ὅσοι τοὐλάχιστον διατηροῦν ἀκόμη μέσα τους μίαν ὑποψίαν αἰδοῦς, ἀντιλαμβάνονται ὅτι (διά τῆς ὑπερψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ ἀπροσδιορίστου ὄντος) οἱ Μοῦσες ἐφυγαδεύθησαν ἀπό τήν Ἑλλάδα γιά νά ἔλθουν οἱ Ἐρινύες καί εἰς τήν συνέχεια νά ἀνοίξουν οἱ πῦλες τοῦ ᾅδου...
Ἐρωτοῦμε ὅμως ὅσους διά τῆς καταπτύστου ψήφου των προέβαλαν, ἀνέδειξαν καί «ἐτίμησαν» τό ἀπροσδιόριστο ὄν καί ἀτίμασαν τόν ἄνθρωπο καί τήν φύσι, ἐρωτοῦμε ὅσους ἐζητωκραύγασαν μέσα εἰς τόν κουρνιαχτό καί τά «φτερά», αὐτό πού ὑπερψήφισαν τί ἄραγε ἐκφράζει καί τί ἀντιπροσωπεύει; «Θοῦ, Κύριε, φυλακήν τῷ στόματί μου καί δύναμις συγκρατήσοι τῇ γραφίδι μου...»
Καί ναί μέν ἔτσι σκέπτονται καί συσκέπτονται ὅσοι ἀκολουθοῦν τήν γραμμήν τῆς προφητοκτόνου Ἱερουσαλήμ, ὅσοι σχεδιάζουν νά ὁδηγήσουν τό ἔθνος μας «κατά Ἰσραήλ». Ἐπειδή ὅμως ἐμεῖς γνωρίζομε πολύ καλά τί ἀκριβῶς συνέβη τό 70 μ.Χ. καί ἐπειδή γνωρίζομε μέ ποῖον τρόπον ἠμποροῦμε νά ἀποφύγωμε τήν νομοτέλεια τῶν πνευματικῶν νόμων (ἠμποροῦμε μόνο μέ μετάνοια, πνευματική ἀφύπνιση, ζωντανό ἐκκλησιαστικό λόγο, ἔλεγχο στά κακῶς κείμενα κλπ. - ἐννοεῖται δέ πώς οὔτε λόγος ἠμπορεῖ νά γίνεται περί «ἑνώσεως», ἀλλά μόνον περί μετανοίας τῶν πεπλανημένων αἱρετικῶν καί ἐπιστροφῆς των εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν μας), ἀλλά καί λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ καρδιά μας φλέγεται γιά τήν πίστι καί ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί εἰς τά σπλάγχνα μας «νοιώθομε χαλασμόν» γιά τήν εὐλογημένη μας Πατρίδα, ἄς γνωρίζουν ὅλοι αὐτοί πώς οἱ νόμοι τους, τόσον οἱ εὐρωπαϊκοί, ὅσον καί οἱ ντόπιοι, εἶναι ἐμπρός εἰς τήν ἀλήθειαν ὡς «ἱστός ἀράχνης». Οἱ δέ ἀπειλές κατά τῶν Ἑλληνοψύχων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι ἁπλῶς ὡς «βέλη νηπίων». Τέλος δέ γιά τήν Πίστι μας καί τήν Ἑλλάδα μας, τήν Πατρίδα μας, «οὐ σιωπήσωμεν». Ἄς ἔχουν ὅλοι αὐτοί πάντοτε κατά νοῦν, ὅτι θά μᾶς βρίσκουν πάντοτε ἀπέναντί τους.
«Ἐάν ἐπιλάθωμαί σου Ἁγία Ὀρθοδοξία, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου. Κολληθείη ἡ γλῶσσα μου τῷ λάρυγγί μου ἐάν μή σου μνησθῶ, φιλτάτη Ἑλλάς, χώρα Ἁγίων καί Ἡρώων».
Ἀμήν.

[1] Δευτ. λβ´, 11: Ὡς ἀετὸς σκεπάσαι νοσσιὰν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοῖς νεοσσοῖς αὐτοῦ ἐπεπόθησε, διεὶς τὰς πτέρυγας αὐτοῦ ἐδέξατο αὐτοὺς καὶ ἀνέλαβεν αὐτοὺς ἐπὶ τῶν μεταφρένων αὐτοῦ.

ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ