μήνυμα

μήνυμα

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΧΑΖΕΙ

«Σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾽ αὐτόν» (Ἰωάν. 7,43)

«Ἀπαντᾶ τὸ Εὐαγγέλιο…, σὲ ἕνα σημερινό ζήτημα. Πῶς ἀπαντᾶ;
Ὁ Χριστὸς ἦταν στὰ Ἰεροσόλυμα τὶς ἡμέρες τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς σκηνοπηγίας…Τὴν τε­λευταία λοιπὸν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς ὁ Χριστὸς στάθηκε σ᾽ ἕνα σημεῖο καὶ μίλησε στὸ λαό.
Μίλησε; Προσέξατε τί λέει τὸ εὐαγγέλιο; Ὅλες οἱ λέξεις ἔχουν σημασία. Δὲν λέει «ὡ­μίλησε» ἁπλῶς. Τί λέει· «ἔκραξε» (Ἰωάν. 7,37). Τί θὰ πῇ «ἔκραξε»· φώναξε μὲ ὅλη τὴ δύναμί του. Ἂς τὸ ἀκούσουν αὐτὸ μερικοί, ποὺ σκανδαλί­ζονται ὅταν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ ἱεροκῆρυξ ὑψώ­σῃ τὴ φωνή του. Ὅπως ἡ μάνα φωνάζει δυνα­τὰ ὅταν τὸ παιδί της κινδυνεύῃ· ὅπως ἡ ὄρνιθα ὅταν βλέπῃ τὸ γεράκι νὰ ὁρμᾷ ἐναντίον τῶν νεοσσῶν της βγάζει σπαρακτικὴ φωνή, ἔτσι καὶ ὁ ποιμὴν ποὺ πονεῖ τὸ ποίμνιό του κραυγάζει, φωνάζει. Ὄχι γιὰ μικρὰ πράγματα, ἀλλὰ γιὰ τὰ αἰώνια συμφέροντα τῶν ψυχῶν.

Καὶ τί ἔλεγε ὁ Ἰησοῦς; Λόγια χρυσᾶ, τὸ μυστι­κὸ τῆς ἀνθρωπίνης εὐτυχίας· «Ἐάν τις δι­ψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (ἔ.ἀ.). Ἂν κάποιος διψᾷ… Τί δίψα ἐννοεῖ; Τὴ φυσικὴ δί­ψα, τοῦ σώματος, ποὺ εὔκολα σβήνει σὲ μιὰ πηγή; Ὄχι αὐτήν. Ἐννοεῖ μιὰ ἄλλη δίψα· τὴ δί­ψα ποὺ αἰσθάνονται εὐγενεῖς ψυχές, τὴ δίψα τοῦ οὐ­ρανοῦ· τὴ δίψα τῆς ἀλήθειας, τῆς εἰ­ρή­νης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς λυτρώ­σεως ἀπὸ τὰ πάθη. Ποιός ἄνθρωπος δὲν ἀναστενάζει γιὰ τὰ δεσμὰ ποὺ τὸν σκλαβώνουν; Ὅποιος λοιπὸν αἰσθάνεται αὐτὴ τὴ δίψα, αὐ­τὸς ἂς ἔρ­χεται κοντά μου κ᾽ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω τὸ νερὸ τὸ ἀθάνατο, ποὺ θὰ ἱκανοποιῇ ὅ­λους τοὺς εὐγενεῖς πόθους τῆς ψυχῆς του.
Θὰ περίμενε κανείς, ὅλοι ὅσοι ἄκουγαν τὸ Χριστὸ νὰ πιστέψουν. Πίστεψαν; Ὄχι. Μόνο μιὰ μικρὴ μερίδα. Οἱ ἄλλοι ὄχι μόνο δὲν πίστεψαν, ἀλλὰ καὶ διετέθησαν δυσμενῶς ἀπέναντί του. Ἄλλοι ἐπέκριναν τὸ κήρυγμα ἢ ἀμ­φισβητοῦσαν τὴν προέλευσι τοῦ ὁμιλητοῦ. Οἱ ἀρ­χιερεῖς καὶ φαρισαῖοι μάλιστα διέταξαν τοὺς ὑπηρέτες τους νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τοὺς τὸν φέρουν. Ἀλλὰ οἱ ὑπηρέτες, ποὺ πῆγαν καὶ ἄκουσαν τὸ Χριστό, ὅταν γύρισαν εἶπαν στ᾽ ἀ­φεντικά τους· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄν­θρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (ἔ.ἀ. 7,46).
Τί βλέπουμε λοιπὸν στὸ εὐαγγέλιο; Ἔγινε διχασμός· «σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾽ αὐτόν» (ἔ.ἀ. 7,43). Διαιρέθηκαν οἱ ἄνθρωποι σὲ δύο παρατάξεις· σ᾽ ἐκείνους ποὺ πίστεψαν καὶ σ᾽ ἐκείνους ποὺ δὲν πίστεψαν στὸ Χριστό.
Αὐτὸ ποὺ συνέβη τότε, ἀγαπητοί μου, ἐπαναλαμβάνεται στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Σὲ κάθε ἐποχὴ ὑπάρχει πάντοτε διχασμός.
Καὶ αἰτία ποιός, ὁ Χριστός; Ὄχι. Τότε ποιός; Ἡ κακὴ προαίρεσι τῶν ἀνθρώπων. Ὅσοι ἔ­χουν καλὴ προαίρεσι, ἀκοῦνε τὸ Χριστὸ κ᾽ εὐχαρι­στοῦνται καὶ δοξάζουν τὸ Θεό· ὅσοι δὲν ἔ­χουν καλὴ προαίρεσι, οὔτε τὸν καταλαβαίνουν οὔ­τε θέλουν ν᾽ ἀκούσουν τὰ λόγια του…
Καὶ αὐτὸ ποὺ ἔγινε τότε, γίνεται πάντοτε, γίνεται καὶ σήμερα…

 Στὴν Ἱστορία βλέπουμε ἕναν ἀγὼνα μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας· ἑναν ἀγὼνα μεταξὺ ἀληθείας καὶ ψεύδους· ἕναν ἀγὼνα μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους· ἕναν ἀγὼνα μεταξὺ Χριστοῦ καὶ σατανᾶ. Μάλιστα.
Καὶ αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὸ Χριστό γίνεται καὶ σήμερα.
Ὅπου κήρυγμα ―τὸ ἐπαναλαμβάνω― ὅπου κήρυγμα, ὅπου ἀλήθεια διδάσκεται, ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι διχάζονται· μαλώχτρα εἶνε ἡ ἀλήθεια! Μαλώνει, διχάζει· ἄλλοι μὲ τὸ φῶς καὶ ἄλλοι μὲ τὸ σκότος. Ἀλλὰ αἰτία δὲν εἶνε τὸ φῶς, ἀλλὰ αἰτία ―ὅπως εἴπαμε― εἶνε ἡ διεστραμμένη διάθεσι τοῦ ἀνθρώπου, μυστήριο συμβαίνει μέσ᾽ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.
Θὰ αναφέρω καὶ μὲ ἕνα ἄλλο παράδειγμα; Ὅλοι μας ξέρομε ὅτι τὸ ἄρωμα, τὰ πολύτιμα μύρα εἶνε εὐχάριστα στὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ εἶνε γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει αἴσθησιν, ἔχει ὄσφρησιν ἀγαθή. Ἀλλὰ ἂν πάρῃς τὸ μύρο καὶ ἀνεβεῖς ἐπάνω στὰ ψηλὰ βουνά, ἐκεῖ ὅπου ᾽χουν τὶς φωλιές των οἱ γῦπες – βρωμερὰ πτηνά, πολύ βρωμερά, ἀκάθαρτα πτηνά, γῦπες ποὺ ὑπάρχουν κάτω στὴν Ἀφρικὴ ποὺ εἶνε οἱ νεκροθάφται τῆς ἀφρικανικῆς ἐρήμου, ὅπου βλέπουν πτῶμα, ἐκεῖ βυθίζουν τὰ ῥάμφη τους καὶ κατατρώγουν τὰ πτώματα λεόντων καὶ τίγρεων καὶ ἐλεφάντων· ἀρέσκονται μέσ᾽ στὴ βρωμιά· ὅπως ὁ χοῖρος ἀρέσκεται μέσ᾽ στὴ λάσπη, ἔτσι οἱ γῦπες μὲ τοὺς γυμνοὺς λαιμούς των, ἀρέσκονται μέσα εἰς τὴ βρωμιὰ καὶ στὴν ἀκαθαρσία. Πᾶρε λοιπὸν ἕνα μπουκαλάκι, ἕνα δοχεῖον μύρον καὶ πήγαινε πάνω στὶς φωλιές των καὶ ῥίψε μιά – δυὸ σταγόνες, τρεῖς· ψοφήσανε οἱ γῦπες! Ὅτι εἶνε ζωὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὸ ἄρωμα, ἡ εὐωδία ―ὅπως λέει κι ἡ θεία Λειτουργία― ἡ εὐωδία, εἶνε γιὰ τοὺς γῦπες θάνατος.
Ἔτσι λοιπόν, εὐωδία Χριστοῦ ἡ διδασκαλία. Εὐχαριστοῦνται οἱ ψυχὲς ποὺ ἔχουν εὐγενῆ καρδία, οἱ ἄλλες ψυχὲς πού ᾽νε γῦπες, δὲν εὐχαριστοῦνται, ἀλλὰ στεναχωροῦνται ὅταν ἀκούουν τὸ κήρυγμα, ὅταν ἀκοῦν νὰ χτυπάῃ ἡ καμπάνα, ὅταν τελοῦνται τὰ μυστήρια, ὅταν κηρύσσεται ἡ ἀλήθεια.
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 7-6-1987 μὲ ἄλλο τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 15-6-2008.

ΤΟ ΕΙΔΑΜΕ ΣΤΟ: http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=53632