μήνυμα

μήνυμα

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

«Δήλωση Ἑνότητας»

Σταχυολογήματα ἀπό τό κείμενο «Δήλωση Ἑνότητας» τῆς 10ης Συνέλευσης τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν

1. Σταχυολογήματα ἀπό τό κείμενο «Δήλωση Ἑνότητας» τῆς 10ης Συνέλευσης τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν
Παρακάτω παραθέτουμε σέ μετάφραση ἐπιλεγμένα σημεῖα τοῦ κειμένου Unity Statement τοῦ Πουσάν Δέν ἀποσκοποῦμε σέ πλήρη ἀνάλυσή του, ἀλλά στήν ἀνάδειξη τῆς γενικῆς γραμμῆς του· καί εἶναι ἐν πρώτοις ἐμφανές, ὅτι γιά τούς συμμετασχόντες, ἡ τελείωση τῶν ἐλπίδων τῶν Χριστιανῶν δέν εὑρίσκεται στούς καινούς οὐρανούς «ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β΄Πετρ. 3,13), οὔτε τό «πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. 3, 20), τά ὁποῖα ἀποσιωπεῖ. Ἐγκοσμιοκρατικῶς γιά τό Π.Σ.Ε. ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ φαίνεται ὅτι θά ἐκπληρωθεῖ ἐπί γῆς «hier und jetzt», μέ τή συνδρομή τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων· ἡ προφητεία τοῦ Κυρίου «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε» (Ἰω. 16, 33) καί τό «μή ἀγαπᾶτε τόν κόσμον μηδέ τά ἐν τῷ κόσμῳ» (Α΄ Ἰω. 2, 15) εἶναι γιά τό κείμενο τοῦ Πουσάν κενός λόγος.
Μέ αὐτό δέν ἐννοοῦμε ὅτι δέν πρέπει ἡ Ἐκκλησία νά ἀγωνίζεται γιά τό δίκαιο καί τήν εἰρήνη, ἀλλά ὅτι δέν πρέπει νά ματαιοπονεῖ καί νά ἔχει φροῦδες ἐλπίδες γιά ἐπί γῆς Βασιλεία, ἐφ’ ὅσον ἡ πλατεῖα ὁδός τῆς φιλαυτίας καί τοῦ ἰδίου συμφέροντος εἶναι δεδομένον καί διακηρυγμένο ἀπό τόν Θεό, ὅτι θά ἀκολουθεῖται πάντοτε ἀπό τήν πλειοψηφία (Ματθ. 7,13).
Οἱ ἐκκλησιολογικές πλάνες τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν κατά κανόνα εὑρίσκονταν ἤδη «σπερματικῶς» στό κείμενο τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, ἀλλά ἐδῶ ἔλαβαν ἀνεπτυγμένη καί ἐπίμονη κατάθεση.
Ἐκκλησιολογικῶς γιά ἄλλη μιά φορά, ὅπως καί στό Πόρτο Ἀλέγκρε, οἱ «ὀρθόδοξοι» ἐκπρόσωποί μας στό Π.Σ.Ε. ἀρνοῦνται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τή Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Αὐτή τή φορά ὅμως πολύ πιό ἐκπεφρασμένως, καθώς μεταθέτουν (§15, βλ. κατωτέρω) τήν ἐκπλήρωση τῆς Μιᾶς Ἁγίας (Unae Sanctae) στό μέλλον, ὅταν θά ὑπάρξει κοινή εὐχαριστιακή τράπεζα Ὀρθοδόξων καί ἑτεροδόξων. Δηλαδή κατ΄ ἀκρίβειαν οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι στό Π.Σ.Ε. δέν μποροῦν πλέον νά λένε Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἀλλά Προσδοκῶ Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν.
Τό αὐγουστίνειας προελεύσεως προτεσταντικό ἐφεύρημα τῆς «ἀοράτου ἐκκλησίας», ἡ ὁποία δῆθεν ὑπερέχει τῶν ὁρατῶν «χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν» καί μερικῶς τίς περιέχει, αἱρετικό δόγμα πού ἔχει συνοδικῶς καταδικασθεῖ ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καί πολεμεῖται στήν ἀντιρρητική μας γραμματεία [12], υἱοθετεῖται στό Πουσάν καί πάλι μέ τήν ἐμμονή «νά ἐπιδιώκουμε ἀπό κοινοῦ τήν ἑνότητα τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας» (§14).
Ἡ καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σημαίνει, κατά τόν ἅγιο Κύριλλο Ἱεροσολύμων, ὄχι μόνον τή γεωγραφική οἰκουμενικότητα, ἀλλά κυρίως τή συμπερίληψη στήν Ἐκκλησία ὅλων καθολικῶς τῶν μέσων πού ἀπαιτοῦνται γιά τή σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας («διὰ τὸ διδάσκειν καθολικῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἅπαντα τὰ εἰς γνῶσιν τῶν ἀνθρώπων ἐλθεῖν ὀφείλοντα δόγματα [...] καὶ διὰ τὸ καθολικῶς ἰατρεύειν μὲν καὶ θεραπεύειν ἅπαν τὸ τῶν ἁμαρτιῶν εἶδος, τῶν διὰ ψυχῆς καὶ σώματος ἐπιτελουμένων») [13]. Παρά ταῦτα τό δόγμα αὐτό καί πάλιν βάλλεται καί καταρρίπτεται στό κείμενο τοῦ Πουσάν, καθώς δηλώνεται (§4 καί §15) ὅτι ὅλα τά μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. (συνεπῶς καί οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες) «ἐμπλουτίστηκαν» ἀπό τήν ἐπαφή μέ τά λοιπά μέλη, δηλαδή, μέ τίς ποικίλες αἱρέσεις τῶν Προτεσταντῶν· αὐτό συμπληρώνει τή βλάσφημη θέση τοῦ κειμένου τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, ὅτι ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλο, οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. εἶναι πτωχευμένες (§3, “impoverished”). 
Στήν παράγραφο §4  τῆς Δηλώσεως Ἑνότητας τοῦ Πουσᾶν, τίθεται στό στόχαστρο τό αἴσθημα αὐτάρκειας τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν ὡς πρόξενο ἀναισθησίας ἔναντι τῶν ἀδικιῶν καί συγκρούσεων στόν κόσμο. Ἡ  «ποινικοποίηση» ἐκ μέρους τοῦ Π.Σ.Ε. τῆς ἐκκλησιαστικῆς «αὐτάρκειας» στοχοποιεῖ ἀμέσως τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι ἀποτελεῖ τήν Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, καί ὅτι συμφώνως πρός τήν Ἁγία Γραφή ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνον εἶναι ὁρατή (Πράξ. 2, 47), ἀλλά ἀποτελεῖ «στύλον καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (πρβλ. Α΄ Τιμ. 3, 15) · ἡ Ὀρθοδοξία ἀκόμη καί συνοδικῶς ἔχει διατυπώσει τήν ὁλοκληρία καί ἀκεραιότητά της, ἐν ἀντιθέσει πρός τίς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καί Προτεσταντισμοῦ· ἡ ἀπάντηση τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους (1716/1725) διατύπωσε τήν αὐτοσυνειδησία, ὅτι παρά τά παραπάνω αἱρετικά σχίσματα ἡ Ἐκκλησία παρέμεινε ἄθικτη: «Νῦν δὲ τὰ μὲν τέσσαρα μέρη τοῦ ρηθέντος ἱστίου [τοῦ πλοίου τῆς Ἐκκλησίας] ἐνέμειναν κατὰ χώραν συνημμένα τε καὶ συνεραμμένα, δι΄ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καὶ ἀκυμάντως τὸ τοῦ βίου τούτου πέλαγος, καὶ κούφως διαπερῶμεν τὰ κύματα τῶν αἱρέσεων, μέχρις οὗ εἰς τὸν εὔδιον καταντήσωμεν τῆς σωτηρίας λιμένα. [...] Οὕτως οὖν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβὴς Ἐκκλησία ἐπὶ τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδὴ Πατριάρχαις, καὶ μένει ἀδιάσειστος καὶ ἀκλόνητος» [14].
Στό κείμενο αὐτό τοῦ Π.Σ.Ε. (§10 καί §4), καθώς καί σέ προγενέστερα τούτου, παρατηρεῖται τό ἑξῆς παράδοξο: θεωρεῖται νόμιμη ἡ διαφορετικότητα (“diversity”) τῶν «ἐκκλησιῶν»-μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε., καί παράνομη κατά Θεόν ἡ διαίρεσή τους. Βεβαίως, ἡ διαφορετικότητα αὐτή ἀναφέρεται στά δόγματα, διότι ἡ ἱστορική διάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τίς αἱρέσεις τοῦ σημερινοῦ Π.Σ.Ε. δέν ἔγινε γιά ἐλάσσονα θέματα ἐθῶν καί παραδόσεων, ἀλλά μόνο γιά δόγματα. Τό κείμενο τοῦ Πουσάν ἀποσιωπᾶ τό ἁγιογραφικό «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα» (Ἐφ. 4,5) καί ἐπικαλεῖται μιάν ἀνύπαρκτη στήν πρώτη Ἐκκλησία «διαφορετικότητα» ρήξεων καί διαιρέσεων (§7), ἀποσιωπώντας ὅτι τά θέματα αὐτά, μολονότι δέν ἅπτονταν πάντοτε τοῦ πυρῆνα τῆς σωτηρίας, παρά ταῦτα ἐλύνονταν ὅλα μέ ἀποστολικές Συνόδους καί ἐπήρχετο ὁμοφωνία· γι΄ αὐτό μαρτυρεῖ καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ θεοῦ (Α΄ Κορ. 11, 16).
Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, διατυπώνει θαυμασίως, μέ τόν δικό του πάντοτε θεόπνευστο λόγο, τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ: «Διὰ τῆς χάριτός Του τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἑνώνει ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἰς μίαν ψυχὴν καὶ μίαν καρδίαν, τὴν καθολικὴν ψυχὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καθολικὴν καρδίαν τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ διὰ τοῦτο αὐτὰ “τὸ αὐτὸ φρονοῦσι”, “τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχουσι”, διότι φρονοῦν μὲ τὴν καθολικὴν ψυχὴν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αἰσθάνονται μὲ τὴν καθολικὴν αἴσθησιν τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ φρόνημά των καὶ τὸ αἴσθημά των εἶναι προσωπικὸν καὶ συνάμα καθολικόν, διότι ἕκαστος ἀνήκει εἰς ὅλους καὶ ὅλοι ἀνήκουν εἰς ἕκαστον» [15]. Ποῦ λοιπόν, ἡ ἀνόητη καί βλάσφημη «διαφορετικότητα» τῆς δῆθεν ἀοράτου Ἐκκλησίας;
Στήν  παραγράφους §4 καί §14 τοῦ κειμένου ἀναφέρεται ἡ διαίρεση τῶν «ἐκκλησιῶν», τοῦ λεγομένου «χριστιανικοῦ κόσμου», ὡς ἀφορμή πένθους καί μετανοίας. Λησμονεῖται ἐδῶ ἡ βασική ἐντολή τοῦ Κυρίου «ἐάν κάποιος παρακούσει καί στήν Ἐκκλησία νά τόν ἔχεις σάν τόν ἐθνικό καί τόν τελώνη» (βλ. Ματθ. 18,17). Ἡ Ἐκκλησία πρός ἄμυνα τοῦ ποιμνίου της πάντοτε «ἀφόριζε» καί «ἀναθεμάτιζε» (ἔθετε ἐκτός τῶν ὁρίων Της καί ἀνέθετε στόν Θεό) ὅσους ἐπέμεναν ἀμετανοήτως στήν αἵρεσή τους· εἶναι χαρακτηριστική ἐν προκειμένῳ ἡ ἀρχαία διατύπωση τοῦ ἁγίου Βικεντίου τοῦ Ληρινίτου (περί τό 434): «Ἔτσι, λοιπόν, τό νά κηρύττει κανείς στούς Καθολικούς Χριστιανούς διδασκαλία ἄλλη ἀπό ἐκείνη πού ἔλαβαν, οὐδέποτε ἐπιτράπηκε, πουθενά δέν ἐπιτρέπεται καί οὐδέποτε θά ἐπιτραπεῖ. Καί ὁ ἀναθεματισμός ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κηρύττουν διαφορετικά ἀπό ὅσα ἅπαξ [Ἰούδα 3] παραδόθηκαν, πάντοτε ἦταν καθῆκον, εἶναι παντοῦ καθῆκον καί θά εἶναι πάντοτε καθῆκον» [16].
Ἀποτελεῖ ἐπίσης θεολογικό ψεῦδος ἡ διαπίστωση στό κείμενο τοῦ Πουσάν ὅτι ἡ διαφορετικότητα δέν μπορεῖ νά γίνεται αἰτία διαιρέσεως στήν Ἐκκλησία καί ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν συνιστᾷ ὁμοιομορφία (§10). Ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως Φώτιος ὁ Μέγας, τούς λόγους τοῦ ὁποίου οἱ οἰκουμενιστές διαστρέφουν πρός τό ἴδιο συμφέρον, κάνει σαφῆ διάκριση ὅσων διαφοροποιήσεων μποροῦν νά εἶναι ἀνεκτές καί ὅσων ὄχι. Εἶναι σαφές ὅτι οἱ διαφορές μας μέ τίς αἱρετικές, «ἑτερόδοξες» «ἐκκλησίες» τοῦ Π.Σ.Ε. ἀνήκουν σαφῶς στόν τομέα τῶν ἀπαρεγκλίτως φυλασσομένων δογμάτων. Γράφει ὁ Μέγας Φώτιος: «Καί πράγματι, ὑπάρχουν τά κοινά, τά ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νά τά φυλάττουν ὅλοι, καί βεβαίως πρίν ἀπό τά ἄλλα, τά περί Πίστεως, ὅπου ἄν παρεκκλίνει ὀλίγον κανείς, ἁμαρτάνει ἁμαρτίαν πρός θάνατον. Ὑπάρχουν καί μερικά πού ἀκολουθοῦνται ἀπό κάποιους ἰδιαιτέρως, τῶν ὁποίων ἡ παράβαση εἶναι ἐπιζήμια γιά ἐκείνους πού τούς παραδόθηκαν αὐτά, γιά ἐκείνους ὅμως πού δέν τά παρέλαβαν, τό νά μή τά τηρήσουν εἶναι ἀπαλλαγμένο κατακρίσεως» [17].
Τό Π.Σ.Ε. μέ τό κείμενο τοῦ Πουσάν πολύ βολικῶς «φορτώνει» και τήν Ὀρθοδοξία μέ τά σφάλματα τῆς δυτικῆς χριστιανωσύνης καί μέ τήν διαιρεμένη εἰκόνα τοῦ «χριστιανισμοῦ» πρός τόν ἔξω κόσμο (παράγραφοι §11, §14). Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, καθοδηγούμενη ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες, οὐδέποτε δογμάτισε ὁ,τιδήποτε θά μποροῦσε νά ἀποτελέσει σκάνδαλο γιά τόν κόσμο, διαφορετικό ἀπό τό σκάνδαλο πού ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός ἀποτελεῖ γιά τούς ὑπερήφανους καί χαμαιζήλους (Ματθ. 13, 57, Μάρκ. 6, 3, Α΄Πετρ. 2, 7.8). Ἡ μόνη Ἐκκλησία, ἡ Ὀρθόδοξος, δέν ἔχει νά ἀπολογηθεῖ γιά τίποτε, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστός διά τῶν Ἀποστόλων Του ἐπέρριψε τό κρῖμα τοῦ σκανδάλου σέ ἐκείνους πού προκαλοῦν τίς διαιρέσεις στό ἑνιαῖο φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας «ὁ δὲ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τό κρῖμα, ὅστις ἂν ᾖ» (Γαλ. 5, 10) καί αὐτοί ὑπῆρξαν οἱ αἱρετικοί, οἱ Παπικοί, Προτεστάντες, Μονοφυσῖτες καί ἄλλοι.
Ἡ παράγραφος §14 ἐκφράζει τήν ἐπαίσχυντη θέση ὅτι μετανοοῦμε γιά τή διαίρεση τῶν «ἐκκλησιῶν». Αὐτό συνεπάγεται ὅτι «μετανοοῦμε» πού οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀπέκοψαν ἀπό τήν Ἐκκλησία στό παρελθόν, τά τώρα ἑτερόδοξα μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. (Μονοφυσῖτες, Προτεστάντες). Συνεπῶς «μετανοοῦμε» πού προφυλάχθηκε ἡ ὀρθόδοξος Ἀνατολική καί Καθολική Ἐκκλησία ἀπό τήν αἱρετική ἀντίληψη τῶν Σεβηριανῶν ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει δύο φύσεις μετά τήν ἕνωση (ἐνανθρώπηση). Μετανοοῦμε πού διώχθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία ὅσοι (ὅπως οἱ Προτεστάντες) δέν πίστευαν ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ὄντως Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ (Ἰω. 6, 55)· ὅσοι δέν ἀνεγνώριζαν τήν ἀπό Χριστοῦ ἐξουσία τῆς Ἐκκλησίας νά λύει ἁμαρτήματα (Ἰω. 20, 23)· ἐκεῖνοι πού δέν ἀνεγνώριζαν τήν τιμή τῆς Θεοτόκου (Λουκ. 1, 48)· ὅσοι υἱοθέτησαν τήν καταδικασμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία εἰκονομαχία· ὅσοι κατήργησαν τήν ἱερά Ἐξομολόγηση καί ὅλα τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, πλήν κάποιων (συμβολικῶν συνήθως) ἀπομειναρίων καί ὅσοι κατέχωσαν τόν θησαυρό τῆς Πατερικῆς Γραμματείας καί κυρίως τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων (Β΄Πετρ. 1, 25 καί Ἀποκ. 8, 4).
Οἱ ἐκπρόσωποι μας στό Πουσάν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί Ἐπίσκοποι, μετανοοῦν πού ἡ Ἐκκλησία διεχώρισε ὅσους αἱρετικούς, καί κυρίως τούς Προτεστάντες, ἀμφισβήτησαν τήν Ἱερωσύνη τῶν Ἐπισκόπων, καί τούς ἀντικατέστησαν μέ πάστορες καί ἱεροκήρυκες !
Γι’ αὐτήν τήν δῆθεν «ἀοράτως ἑνωμένη διαφορετικότητα» ἀλήθειας καί πλάνης, Χριστοῦ καί Βελίαρ, φωτός καί σκότους, μᾶς καλεῖ ἡ παράγραφος §14 νά εἴμαστε ἐπιπλέον καί εὐγνώμονες. Ὥστε, προσθέτουμε ἐμεῖς, ὅταν θά ἐπιτευχθεῖ ἡ δύσφημος ἕνωση τοῦ «χριστιανικοῦ κόσμου» κατά τό θέλημα τοῦ Π.Σ.Ε., νά μπορεῖ νά ἐπιλέγει καί ὁ κάθε Ὀρθόδοξος, παραμένοντας τυπικῶς Ὀρθόδοξος, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά σωθεῖ, μέ ἤ χωρίς Θεία Κοινωνία, ἱερά Ἐξομολόγηση, ἄσκηση, νηστεῖες κ.τ.σ., ἀφοῦ ἡ δῆθεν «Θεόθεν δοθεῖσα διαφορετικότητα» στό Π.Σ.Ε., ἤδη τά ἐξαγιάζει ὅλα !
Μέ αὐτά τά δεδομένα, ἡ δέσμευση γιά παραμονή στό Π.Σ.Ε. καί γιά ἐπέκταση τῶν τρόπων ἀναμείξεως Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως, ὅπως ἐκφράζεται στήν παράγραφο §15 (“We will hold each other accountable for fulfilling these commitments”), δέσμευση ἡ ὁποία ἀποτέλεσε καί τό σύνθημα τοῦ Μηνύματος τῆς 10ης Συνελεύσεως τοῦ Πουσάν («We intend to move together»), εἶναι ἀποκαρδιωτική, εἶναι δεῖγμα ἀμετανοησίας τοῦ «ὀρθοδόξου» οἰκουμενισμοῦ.
Τελευταῖο, ἀλλά ὄχι ἐλάχιστο, τίθεται καί τό μήνυμα τῆς συνεργασίας μέ ἄλλες θρησκεῖες γιά τήν εὐημερία τῆς ἀνθρωπότητας (§15: “We will make common cause for the well-being of humanity and creation with those of other faith communities”. Βλ. καί §3)· ἡ διαθρησκειακή προοπτική τοῦ Π.Σ.Ε. παραμένει πάντοτε ἀνοικτή καί κατηφορική.
Ὁρίστε μερικά ἀπό τά ἀπαράδεκτα σημεῖα τοῦ κειμένου :
3. «[...] Ὑπάρχει μιά αἴσθηση, πού βαθαίνει μεταξύ μερικῶν ἐκκλησιῶν, τῆς ἀνάγκης ἀλλήλων καί τοῦ ὅτι καλοῦνται ἀπό τόν Χριστό νά εἶναι σέ ἑνότητα. Σέ μέρη ὅπου οἱ Ἐκκλησίες βιώνουν ἀγωνία καί διαρκῆ φόβο διωγμοῦ, ἡ ἀλληλεγγύη μεταξύ Χριστιανῶν ἀπό διαφορετικές παραδόσεις στήν ὑπηρεσία τῆς δικαιοσύνης καί τῆς εἰρήνης εἶναι ἕνα σημάδι τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Ἡ οἰκουμενική κίνηση ἔχει ἐνθαρρύνει νέες φιλίες διαμορφώνοντας ἕνα φυτώριο ὅπου μπορεῖ νά ἀναπτυχθεῖ ἡ ἑνότητα. Ὑπάρχουν μέρη ὅπου οἱ Χριστιανοί ἀπό κοινοῦ ἐργάζονται καί δίνουν μαρτυρία στίς τοπικές τους κοινωνίες καί σέ νέες περιφερειακές συμφωνίες διαθηκικῆς, στενότερης κοινωνίας καί ἐκκλησιαστικῶν ἑνώσεων. Προοδευτικῶς, ἀναγνωρίζουμε ὅτι καλούμεθα νά μοιραστοῦμε μέ, καί νά διδαχθοῦμε ἀπό, ἐκείνους ἀπό ἄλλες πίστεις, γιά νά ἐργασθοῦμε μαζί τους σέ κοινές προσπάθειες γιά δικαιοσύνη καί εἰρήνη καί γιά τή διατήρηση τῆς ἀκεραιότητας τῆς ὄμορφης ἀλλά καί δοκιμαζόμενης κτίσης τοῦ Θεοῦ. Αὐτές οἱ ἐπιτεινόμενες σχέσεις φέρουν νέες προσκλήσεις καί μεγαλώνουν τήν κατανόησή μας» [18].
4. «Πενθοῦμε ἐπειδή ὑφίστανται ἐπίσης ὀδυνηρές ἐμπειρίες καταστάσεων, ὅπου ἡ διαφορετικότητα ἔχει τραπεῖ σέ διαίρεση καί δέν ἀναγνωρίζουμε τό πρόσωπο τοῦ Χριστιανοῦ σέ ἀλλήλους. Δέν μποροῦμε ὅλοι νά συγκεντρωθοῦμε πέριξ τῆς Τραπέζης σέ εὐχαριστιακή κοινωνία. Παραμένουν θέματα πού διαιροῦν. Νέα θέματα ἀναδεικνύουν ὀξεῖες προκλήσεις πού προξενοῦν νέες διαιρέσεις ἐντός καί μεταξύ ἐκκλησιῶν. Αὐτές πρέπει νά ἀντιμετωπισθοῦν στήν κοινωνία τῶν ἐκκλησιῶν μέ τόν τρόπο τῆς διάκρισης μέ ὁμοφωνία. Πολύ εὔκολα ἀποσυρόμαστε μέσα στίς δικές μας παραδόσεις καί κοινότητες, ἀρνούμενοι νά δεχθοῦμε πρόκληση καί νά ἐμπλουτισθοῦμε ἀπό τά δῶρα πού ἄλλοι μᾶς προσφέρουν. Μερικές φορές φαίνεται ὅτι ἐναγκαλιζόμαστε τή δημιουργική νέα ζωή τῆς πίστης καί ὅμως δέν ἐναγκαλιζόμαστε ἕνα πάθος γιά τήν ἑνότητα ἤ νοσταλγία γιά κοινωνία μέ τούς ἄλλους. Αὐτό μᾶς καθιστᾷ περισσότερο ἕτοιμους νά ἀνεχθοῦμε τήν ἀδικία, ἀκόμη καί συγκρούσεις μεταξύ καί ἐντός τῶν ἐκκλησιῶν. Μένουμε πίσω, καθώς μερικοί γίνονται ὅλο καί περισσότερο κουρασμένοι καί ἀπογοητευμένοι στό οἰκουμενικό μονοπάτι» [19].
7. «[...] Ἀπ’ ἀρχῆς ἡ κοινότητα τῶν πιστῶν ζοῦσαν μαζί, ἦσαν ἀφιερωμένοι στήν ἀποστολική διδασκαλία καί κοινωνία, κλῶντες ἄρτο καί προσευχόμενοι μαζί, φροντίζοντας γιά τούς πτωχούς, κηρύσσοντας τά εὐαγγέλια, κι ὅμως παλεύοντας μέ ρήξεις καί διαιρέσεις» [20].
10. «[...] Οἱ συναθροίσεις Συνόδων ἐπίσης εἶναι δῶρα πού καθιστοῦν δυνατή τήν κοινωνία, ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ Πνεύματος, γιά τή διάκριση τοῦ θελήματος τοῦ Θοῦ, γιά κοινή διδασκαλία καί θυσιαστική ζωή, ὑπηρετώντας τίς ἀνάγκες ὁ ἑνός τοῦ ἄλλου καί τίς ἀνάγκες τοῦ κόσμου. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν συνιστᾷ ὁμοιομορφία· ἡ διαφορετικότητα εἶναι ἐπίσης δῶρο, δημιουργικό καί ζωοπάροχο. Ἀλλά ἡ διαφορετικότητα δέν μπορεῖ νά εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε οἱ ἐν Χριστῷ νά καθίστανται ξένοι καί ἐχθροί πρός ἀλλήλους, ζημιώνοντας ἔτσι τήν ἑνοποιό πραγματικότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς» [21].
11. «Ὡς προφητικό σημεῖο ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά διακηρύξει τή ζωή πού ὁ Θεός ἐπιθυμεῖ γιά ὅλη τήν κτίση. Μόλις καί μετά βίας εἴμαστε ἕνα ἀξιόπιστο σημεῖο ἐν ὅσω παραμένουν οἱ ἐκκλησιαστικές μας διαιρέσεις, πού ἀναδύονται ἀπό θεμελιακές διαφωνίες στήν πίστη. Διαιρέσεις καί περιθωριοποίηση ἐπί τῆ βάσει ἐθνότητος, φυλῆς, γένους, ἀναπηρίας, ἰσχύος, θέσης, κάστας καί ἄλλων μορφῶν διακρίσεων ἐπίσης συσκοτίζουν τή μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἑνότητα. Γιά νά εἴμαστε ἕνα ἀξιόπιστο σημεῖο, ἡ κοινή ζωή μας πρέπει νά ἀνακλᾶ τίς ἀξίες τῆς ὑπομονῆς, ταπεινοφροσύνης, γενναιοδωρίας, προσεκτικῆς ἀκρόασης ἀλλήλων, ἀμοιβαίας ὑπευθυνότητας, περιεκτικότητας καί μιά θέληση νά παραμείνουμε μαζί, χωρίς νά λέμε “Δέν σέ ἔχω ἀνάγκη” (Α΄Κορ. 12, 21)» [22].
14. «Ἐπιβεβαιώνουμε τή θέση τῆς Ἐκκλησίας στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ καί μετανοοῦμε γιά τίς διαιρέσεις μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν μας καί ἐντός αὐτῶν, ὁμολογώντας μέ λύπη ὅτι ἡ ἔλλειψή ἑνότητάς μας (disunity) ὑπονομεύει τή μαρτυρία μας γιά τά εὐαγγέλια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί καθιστᾶ λιγότερο ἀξιόπιστη τή μαρτυρία μας γιά τήν ἑνότητα ἐκείνη πού ὁ Θεός ἐπιθυμεῖ γιά ὅλους. Ὁμολογοῦμε τίς ἀποτυχίες μας νά ἀσκήσουμε δικαιοσύνη, νά ἐργασθοῦμε γιά τήν εἰρήνη καί νά συντηρήσουμε τήν κτίση. Παρά τίς ἀποτυχίες μας, ὁ Θεός εἶναι ἀξιόπιστος καί συγχωρητικός καί ἐξακολουθεῖ νά μᾶς καλεῖ σέ ἑνότητα. Ἔχοντας πίστη στή δημιουργική καί ἀναδημιουργική δύναμη τοῦ Θεοῦ, ποθοῦμε ἡ Ἐκκλησία νά ἀποτελεῖ πρόγευση, ἀξιόπιστο σημεῖο καί ἀποτελεσματικό ὑπηρέτη τῆς νέας ζωῆς πού ὁ Θεός προσφέρει στόν κόσμο. Στόν Θεό, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ στή ζωή σέ ὅλη της τήν πληρότητα, εἶναι πού ἀνανεώνονται ἡ χαρά, ἡ ἐλπίδα καί ἕνα πάθος γιά τήν ἑνότητα. Γι’ αὐτό, προτρέπουμε ἀλλήλους νά παραμείνουν ἀφοσιωμένοι στόν πρωταρχικό σκοπό τῆς κοινωνίας τῶν ἐκκλησιῶν στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν: “νά καλοῦμε ἀλλήλους σέ ὁρατή ἑνότητα σέ μία πίστη καί σέ μία εὐχαριστιακή κοινωνία, ἐκφρασμένη στή λατρεία καί τήν κοινή ζωή ἐν Χριστῷ, μέσῳ τῆς μαρτυρίας καί τῆς ὑπηρεσίας πρός τόν κόσμο καί νά προχωροῦμε πρός αὐτήν τήν ἑνότητα, ἔτσι ὥστε ὁ κόσμος νά πιστεύσει”» [23].
14. «[...] Ἐπιβεβαιώνουμε τή μοναδικότητα τῆς κοινωνίας μας (our fellowship) καί τήν ἐμμονή μας (conviction) νά ἐπιδιώκουμε ἀπό κοινοῦ τήν ἑνότητα τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας, εὐγνώμονες γιά τή διαφορετικότητά μας καί ἐν συνειδήσει τῆς ἀνάγκης μας νά ἀναπτυχθοῦμε σέ κοινωνία (to grow in communion)» [24].
15. «Μέ πιστότητα πρός αὐτήν τήν κοινή μας κλήση, θά ἀναζητήσουμε μαζί τήν πλήρη ὁρατή ἑνότητα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ὅταν θά ἐκφράσουμε τήν ἑνότητά μας γύρω ἀπό τή μία Τράπεζα τοῦ Κυρίου. Ἐπιδιώκοντας τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας θά ἀνοίξουμε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀποδοχή τῶν δώρων ἀπό τίς παραδόσεις ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, καί θά προσφέρουμε τά δῶρα μας ὁ ἕνας στόν ἄλλο. Θά μάθουμε νά μνημονεύουμε ἀπό κοινοῦ τούς μάρτυρες πού μαρτύρησαν τήν κοινή μας πίστη. Θά συνεχίσουμε τίς θεολογικές συζητήσεις, δίνοντας προσοχή σέ νέες φωνές καί διαφορετικές μεθόδους προσεγγίσεως. Θά ἀναζητήσουμε νά ἐξαντλήσουμε τίς συνέπειες τῶν θεολογικῶν μας συμφωνιῶν. Θά ἐντείνουμε τήν ἐργασία μας γιά δικαιοσύνη, εἰρήνη καί τήν ἴαση τῆς κτίσεως, καί θά ἀντιμετωπίσουμε ἀπό κοινοῦ τίς σύνθετες προκλήσεις τῶν σύγχρονων κοινωνικῶν, οἰκονομικῶν καί ἠθικῶν θεμάτων. Θά ἐργασθοῦμε γιά περισσότερο δίκαιους, συμμετοχικούς καί περιεκτικούς τρόπους συμβιώσεως. Θά κάνουμε κοινό στόχο μαζί μέ ἀνθρώπους ἀπό ἄλλες κοινότητες πιστῶν τήν εὐημερία τῆς ἀνθρωπότητας καί τῆς κτίσεως. Θά θεωρήσουμε ἀλλήλους ὑπεύθυνους γιά τήν ἐκπλήρωση αὐτῶν τῶν δεσμεύσεων. Πάνω ἀπό ὅλα, θά προσευχόμαστε ἀκαταπαύστως γιά τήν ἑνότητα γιά τήν ὁποία ὁ Ἰησοῦς προσευχήθηκε ( Ἰω. 17): μιάν ἑνότητα πίστεως, ἀγάπης καί συμπόνιας πού ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἔφερε μέσῳ τῆς ἱερωσύνης του· μιάν ἑνότητα ὅπως ἡ ἑνότητα τήν ὁποίαν ὁ Χριστός μοιράζεται μέ τόν Πατέρα· μιάν ἑνότητα τυλιγμένη στήν κοινωνία τῆς ζωῆς καί τῆς ἀγάπης τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, λαμβάνουμε τήν ἐντολή γιά τήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἑνότητα στήν ἱεραποστολή καί τήν ὑπηρεσία» [25].
Στό τέλος, ὁ ἐπίλογος εἶναι προσευχή πρός τόν Θεό, ὥστε μεταξύ ἄλλων νά «γίνουν οἱ διαιρεμένες ἐκκλησίες ὁρατῶς μία» διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ [26]  
Σημειώσεις
12. Βλ. τά σχετικά κεφάλαια (Γ.5 καί Δ.1) τοῦ κειμένου «Οὐκ ἐσμέν τῶν Πατέρων σοφώτεροι», http://www.theodromia.gr/92BD47EB.el.aspx καί στή Θεοδρομία ΙΓ΄4 (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2011) 595-640.
13.   ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Κατήχησις Φωτιζομένων 18, 23· PG 33, 1044A.B. Εἷναι φανερό (PG 33, 1048B) ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος ταυτίζει τή Μία Ἐκκλησία μέ τήν ὁρατή «σύναξη» τῶν Ὀρθοδόξων.
14.  Ἀποκρίσεις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τοὺς Ἀγγλι­κανοὺς Ἀνωμότους (1716/1725), Ἀπόκρισις ε΄ στό Ι. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, ἐν Ἀθήναις 1953, σελ. 795.
15. ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Κεφάλαια ἐκκλησιολογικά 36, ἐν Ο ΑΥΤΟΣ, Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, μτφρ. Ἱερομ. Ἀθανασίου Γιέβτιτς, ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1987 [5η], σελ. 184. 
16. SANCTUS VINCENTIUS LIRINENSIS, Commonitorium Primum 9, PL 50, 649·«Annuntiare ergo aliquid Christianis catholicis, præter id quod acceperunt nunquam licuit, nusquam licet, nunquam licebit; et anathematizare eos qui annuntiant aliquid præterquam quod semel acceptum est, nunquam non oportuit, nusquam non oportet, nunquam non oportebit». Ἑλληνική μετάφραση βλ. ΙΕΡΟΥ ΒΙΚΕΝΤΙΟΥ ΤΟΥ ΛΗΡΙΝΙΤΟΥ, Ὑπομνήματα (Commonitoria) 9, μετάφρασις καί σχόλια ὑπό Ἀθηναγόρου Κοκκινάκη (μέρος β΄), Θεολογία ΜΘ΄ 2 (Ἀπρίλιος - Ἰούνιος 1978) 239 (στό διδαδίκτυο βλ. http://www.ecclesia.gr/greek/press/theologia/index.asp ).
17. ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ, Ἐπιστολή Β΄, Φωτίου πρός Πάπαν Νικόλαον,  PG 102, 604C.D : «Καὶ γάρ ἐστιν ὄντως κοινὰ πᾶσιν, ἅπαντα [μᾶλλον: ἃ πάντα] φυλάττειν ἐπάναγκες, καὶ πρό γε τῶν ἄλλων τὰ περὶ πίστεως, ἔνθα καὶ τὸ παρεγκλῖναι μικρόν, ἁμαρτεῖν ἐστιν ἁμαρτίαν τὴν πρὸς θάνατον. Ἔστι καὶ ἰδιαζόντως τισὶ παρεπόμενα, ὧν ἡ παράβασις, οἷς μὲν ἐδόθη κατέχεσθαι, ἐπιζήμιος· οἷς δ’ οὐ παρείληπται, καὶ τὸ μὴ συντηρεῖν, ἀκατάκριτον».
18.   §3. «[...] There is a deepening sense among some churches of needing one another and of being called by Christ to be in unity. In places where churches experience anguish and constant fear of persecution, solidarity between Christians from different traditions in the service of justice and peace is a sign of God’s grace. The ecumenical movement has encouraged new friendships forming a seed bed in which unity can grow. There are places where Christians work and witness together in their local communities and new regional agreements of covenanting,closer fellowship and church unions. Increasingly, we recognize that we are called to share with, and learn from, those of other faiths, to work with them in common efforts for justice and peace and for the preservation of the integrity of God’s beautiful but hurting creation. These deepening relationships bring new challenges and enlarge our understanding».
19.   §4. «We grieve that there are also painful experiences of situations where diversity has turned into division and we do not always recognise the face of Christ in each other. We cannot all gather together around the Table in Eucharistic communion. Divisive issues remain. New issues bring sharp challenges which create new divisions within and between churches. These must be addressed in the fellowship of churches by the way of consensus discernment. Too easily we withdraw into our own traditions and communities refusing to be challenged and enriched by the gifts others hold out to us. Sometimes we seem to embrace the creative new life of faith and yet do not embrace a passion for unity or a longing for fellowship with others. This makes us more ready to tolerate injustice and even conflicts between and within the churches. We are held back as some grow weary and disappointed on the ecumenical path».
20.   §7. «[...] From the beginning the community of believers lived together, were devoted to the apostolic teaching and fellowship, breaking bread and praying together, caring for the poor, proclaiming the good news and yet struggling with factions and divisions».
21. §10. «[...] Conciliar gatherings too are gifts enabling the fellowship, under the Spirit’s guidance, to discern the will of God, to teach together and to live sacrificially, serving one another’s needs and the world’s needs. The unity of the Church is not uniformity; diversity is also a gift, creative and life-giving. But diversity cannot be so great that those in Christ become strangers and enemies to one another, thus damaging the uniting reality of life in Christ».
22. §11. «As prophetic sign the Church’s vocation is to show forth the life that God wills for the whole creation. We are hardly a credible sign as long as our ecclesial divisions, which spring from fundamental disagreements in faith, remain. Divisions and marginalisation on the basis of ethnicity, race, gender, disability, power, status, caste, and other forms of discrimination also obscure the Church’s witness to unity. To be a credible sign our life together must reflect the qualities of patience, humility, generosity, attentive listening to one another, mutual accountability, inclusivity, and a willingness to stay together, not saying ‘I have no need of you’ (1 Cor. 12:21)».
23.   §14. «We affirm the place of the Church in God’s design and repent of the divisions among and within our churches, confessing with sorrow that our disunity undermines our witness to the good news of Jesus Christ and makes less credible our witness to that unity God desires for all. We confess our failures to do justice, to work for peace, and to sustain creation. Despite our failings, God is faithful and forgiving and continues to call us to unity. Having faith in God’s creating and re-creating power, we long for the Church to be foretaste, credible sign and effective servant of the new life that God is offering to the world. It is in God, who beckons us to life in all its fullness that joy, hope, and a passion for unity are renewed. Therefore, we urge one another to remain committed to the primary purpose of the fellowship of churches in the World Council of Churches: to call one another to visible unity in one faith and in one Eucharistic fellowship, expressed in worship and common life in Christ, through witness and service to the world and to advance towards that unity in order that the world may believe».
24.   §14. «[...] We affirm the uniqueness of our fellowship and our conviction to pursue the unity of the visible Church together, thankful for our diversity and conscious of our need to grow in communion».
25.   §15. «In faithfulness to this our common calling, we will seek together the full visible unity of the One, Holy, Catholic and Apostolic Church when we shall express our unity around the one Table of the Lord. In pursuing the unity of the Church we will open ourselves to receive the gifts of each other’s traditions, and offer our gifts to one another. We will learn to commemorate together the martyrs who witnessed to our common faith. We will continue theological conversations, giving attention to new voices and different methods of approach. We will seek to live out the consequences of our theological agreements. We will intensify our work for justice, peace and the healing of creation, and address together the complex challenges of contemporary social, economic and moral issues. We will work for more just, participatory and inclusive ways of living together. We will make common cause for the well-being of humanity and creation with those of other faith communities. We will hold each other accountable for fulfilling these commitments. Above all, we will pray without ceasing for the unity for which Jesus prayed (John 17): a unity of faith, love and compassion that Jesus Christ brought through his ministry; a unity like the unity Christ shares with the Father; a unity enfolded in the communion of the life and love of the Triune God. Here, we receive the mandate for the Church’s vocation for unity in mission and service».
26.  §16. «We turn to God, the source of all life, and we pray: O God of life, lead us to justice and peace, that suffering people may discover hope; the scarred world find healing; and divided churches become visibly one, through the one who prayed for us, and in whom we are one Body, your Son, Jesus Christ, who with you and the Holy Spirit, is worthy to be praised, one God, now and forever. Amen.»