μήνυμα

μήνυμα

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Μητρ. Κυθήρων κ. Σεραφείμ


Απάντηση προς τους καθηγητές Α.Π.Θ

Ὀφειλομένη  ἀπάντησις
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κυθήρων κ. Σεραφείμ
πρός «θεράποντας τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστήμης τῆς Θεολογίας»* 
Ἐν μέσῃ Μεγ. Τεσσαρακοστῇ ὅμιλος 28 ἐλλογιμωτάτων κκ.Καθηγητῶν καί Καθηγητριῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀπευθύνεται ἐναγωνίως εἰς τόν Μακαριώτατον Πρόεδρον καί τά Μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἐκφράζει σοβαράς ἀνησυχίας, διότι «ὁρισμένα μέλη της (σ.σ. τά ὁποῖα ἐν συνεχείᾳ κατονομάζει καί ἀφοροῦν εἴς τε τό πρόσωπον τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς κ.Σεραφείμ καί εἰς τήν ταπεινότητά μου) προβαίνουν σέ πράξεις, πού ὑποσκάπτουν ὄχι μόνον τήν πορεία αὐτῶν τῶν διαλόγων, ἀλλά, ἀκόμη, καί αὐτήν τήν διορθόδοξο ἑνότητα δημιουργώντας προϋποθέσεις σχίσματος, ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἀνησυχία μας ἑδράζεται στό γεγονός ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος ἕως στιγμῆς δέν ἤλεγξε τά μέλη της, Ἱεράρχες, γιά τήν ἄτοπη καί ἀντισυνοδική συμπεριφορά τους». 
Καί, προϊούσης τῆς ἐπιστολῆς, γράφονται τά ἀκόλουθα διά τόν ὑποφαινόμενον Ἐπίσκοπον: «Συνῳδά πρός τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς, καί ὁ συνώνυμός του, Σεβ. Μητροπολίτης Κυθήρων, καταφέρεται, ὅπως καί ὁ πρῶτος, ἐναντίον τοῦ Πατριαρχείου Σερβίας κατηγορώντας το γιά κακοδικία (χάριν συμφερόντων ἤ ἀπωλείας τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεως) στήν περίπτωση τοῦ καθῃρημένου πρώην Ράσκας, μοναχοῦ Ἀρτεμίου, τόν ὁποῖο, μάλιστα, ἀμφότεροι οἱ προαναφερθέντες ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος χαρακτηρίζουν «κανονικό Ἐπίσκοπο», «ὁμολογητή» καί «ἅγιο». Τά ἐρωτήματα πού ἀναφύονται, ἐν προκειμένῳ, εἶναι προφανῆ: Ὑφίσταται, Μακαριώτατε, κοινωνία τῶν ὡς ἄνω Μητροπολιτῶν τῆς ἑλλαδικῆς διοικήσεως μέ ἕναν ἐγνωσμένα σχισματικό πρώην Ἐπίσκοπο; Ἀρνεῖται ἡ Ἱ. Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τήν δικαιοδοσία καί τήν κρίση τῶν συνοδικῶν ὀργάνων τῆς ἀδελφῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας; Θεωροῦμε κανονικῶς καί ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτο Ἐπίσκοποι ἀλλοτρίας Αὐτοκεφάλου διοικήσεως νά συνάπτουν κανονική κοινωνία μέ σχισματικούς, οἱ ὁποῖοι δροῦν εἰς βάρος τῆς τοπικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». 
Εἰς τά ὡς ἄνω ἀποσπάσματα τῆς ἐν θέματι ἐπιστολῆς τῶν ἐλλογιμωτάτων κκ.Καθηγητῶν –τριῶν, τά ὁποῖα ἀφοροῦν καί εἰς τό πρόσωπόν μου, ἐγκαλοῦμαι, μετά τοῦ ἁγίου Πειραιῶς, διά δύο τινα˙ α) διά «πράξεις, πού ὑποσκάπτουν ὄχι μόνον τήν πορεία αὐτῶν τῶν διαλόγων, ἀλλά, ἀκόμη καί αὐτήν τήν διορθόδοξον ἑνότητα δημιουργώντας προϋποθέσεις σχίσματος, ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» καί β) δι᾿ ἀνάμειξιν εἰς κανονικήν ὑπόθεσιν τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριαρχείου Σερβίας καί σύναψιν «κανονικῆς κοινωνίας μέ σχισματικούς». 
Καί, ἐπειδή αἱ αἰτιάσεις τῶν ἐλλογιμωτάτων κκ.Καθηγητῶν –τριῶν εἶναι προφανῶς βαρεῖαι, ἐπαχθεῖς καί ἥκιστα τιμητικαί – λίαν προσβλητικαί δι’ Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον, θεωρῶ ὡς ἐπιτακτικήν τήν ὑποχρέωσίν μου νά παράσχω τάς ὀφειλομένας καί ἐπιβαλλομένας ἐξηγήσεις, διότι, τοιουτοτρόπως, ἀδίκως διασύρεται ἡ ἐπισκοπική τιμή καί ἰδιότης μου. 
Χωρῶ, λοιπόν, σύν Θεῷ εἰς τήν ἀνασκευήν τῶν ἀνερείστων εἰς βάρος μου κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατόν, παραμένουσαι ἀναντίκρουστοι, νά ἐπῃρεάσουν καί σκανδαλίσουν τούς μή εἰδότας τήν ἀλήθειαν τοῦ πράγματος. Ἄλλωστε εἶναι γνωστή ἐκ τοῦ «Γεροντικοῦ» ἡ ἄμεσος ἀντίδρασις τοῦ Μοναχοῦ Ὁσίου Ἀγάθωνος, ὅταν, δοκιμάζοντες αὐτόν, τοῦ ἀπέδωκαν σκοπίμως τήν κατηγορίαν τοῦ αἱρετικοῦ, ἐνῷ προηγουμένως ἐπεδείκνυε ἀδιαφορίαν, δι’ ἄλλας ἀνυποστάτους κατηγορίας (π.χ. ἀμέλειαν, ἀνηθικότητα βίου κ.λπ.).  

Ὡς πρός τήν πρώτην κατηγορίαν ἔχω νά ἀντείπω τά ἑξῆς :  
1. Οὐδεμία γραπτή ἤ προφορική μου μαρτυρία ὑφίσταται, ἡ ὁποία τάσσεται κατά τῶν διαχριστιανικῶν μετά τῶν ἑτεροδόξων διαλόγων. Βασική μου, ὅμως, θέσις, ὡς καί παντός ὀρθοδόξου πιστοῦ, εἶναι ὅτι οἱ ἐν θέματι διάλογοι δέν πρέπει νά εἶναι ἀπροϋπόθετοι, δηλ. χωρίς τάς ἀναγκαίας καί ἀπαραιτήτους θεολογικάς προϋποθέσεις, ὅπερ συμμερίζεται ἀπολύτως καί ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἑλλαδική Ἐκκλησία. Οἱ διαχριστιανικοί διάλογοι δέον νά εἶναι τίμιοι, εἰλικρινεῖς καί ἀληθινοί. Διό θεωροῦνται ἐπιβεβλημέναι ἡ ταχεῖα κατάργησις τῆς Οὐνίας, ἡ ἄμεσος ἀνάκλησις τῆς δηλώσεως τοῦ σημερινοῦ πάπα Βενεδίκτου τοῦ 16ου ὅτι ἡ καθ’ ἡμᾶς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τυγχάνει ἐλλειματική, διότι δέν ἀναγνωρίζει τό παπικόν πρωτεῖον καί ἡ ἐν καιρῷ ἀναίρεσις ὅλων τῶν κακοδοξιῶν, αἱρετικῶν διδασκαλιῶν καί πεπλανημένων δοξασιῶν τῶν ἑτεροδόξων (π.χ. θεωρία τῶν κλάδων, θεωρία περί δύο πνευμόνων, θεωρία ὅτι ἐκτός Ἐκκλησίας ὑπάρχει Ἐκκλησία, θεωρία περί διῃρημένης Ἐκκλησίας καί τῆς μή ὑπάρξεως μετά τό σχῖσμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἐχούσης ἀνάγκην «συγκολλήσεως» τῶν ἀπεσχισθέντων τμημάτων τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν διά νά ἔχωμεν δῆθεν τήν Μίαν Ἁγίαν Ἐκκλησίαν κ.ἄ.). 
Ὅταν ἕνας Ἐπίσκοπος, τεταγμένος ἀπό Θεοῦ ἐπί σκοπόν, ἐπισημαίνει τήν ὕπαρξιν τῶν ὡς ἄνω θεολογικῶν προϋποθέσεων καί τήν ἀπάρνησιν τῶν κακοδοξιῶν, αἱρετικῶν διδασκαλιῶν καί πεπλανημένων δοξασιῶν– «ἑτεροδιδασκαλιῶν», ὑποσκάπτει τήν πορείαν τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων καί «αὐτήν τήν διορθόδοξο ἑνότητα δημιουργώντας προϋποθέσεις σχίσματος, ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»; ἤ καθηκόντως κράζει˙ «στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου, πρόσχωμεν»; Τά σχίσματα προκαλοῦνται ὄχι ἐκ τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ὠμῆς καί ἀπροκαλύπτου παραβιάσεως καί καταπατήσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων, καί 
2. Ὡς Συνοδικόν μέλος τῆς τρεχούσης Συνοδικῆς περιόδου, διά τά θέματα αὐτά ἔδωκα ἐξηγήσεις ἐνώπιον τῆς Δ.Ι.Σ. ἐξ ἀφορμῆς τῆς πρό τοῦ Πάσχα ἀφιχθείσης σχετικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Παναγ.Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.Βαρθολομαίου, ἡ ὁποία, κυρίως, ἀφεώρα εἰς τό πρόσωπον τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς κ.Σεραφείμ, τό διηυρημένον Συνοδικόν, τό ὁποῖον ἐξεφώνησε κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας καί τάς ἀντιοικουμενιστικάς κινήσεις του.  
Ὁ Μακ.Πρόεδρος καί ὅλοι οἱ ἅγιοι Συνοδικοί σαφῶς ἐτοποθετήθημεν ἐπί τῶν θιγομένων θεμάτων τῆς Πατριαρχικῆς ἐπιστολῆς καί τά τηρηθέντα πρακτικά δύνανται νά μαρτυρήσουν περί αὐτοῦ, ἀλλά καί αὐτή ἡ Συνοδική ἀπάντησις, ἡ ὁποία διαπέμπεται κατ’ αὐτάς εἰς τόν Παναγιώτατον. Καί πιστεύω ὅτι ἀμφότερα ταῦτα θά ἀπαμβλύνουν τήν ἀνησυχίαν τῶν ἐλλογιμωτάτων κκ.Καθηγητῶν  -τριῶν ἐκ τοῦ ὅτι μέχρι πρότινος «ἡ Ἱερά Σύνοδος δέν ἤλεγξε τά μέλη της, Ἱεράρχες, γιά τήν ἄτοπη καί ἀντισυνοδική συμπεριφορά τους».
 

Καί ὡς πρός τήν δευτέραν κατηγορίαν ἔχω νά δώσω τάς ἀκολούθους ἐξηγήσεις :  
1.  Δέν κατεφέρθην, οὔτε κατηγόρησα διά κακοδικίαν τό Πατριαρχεῖον Σερβίας, ἀλλ᾿ ἐπεσήμανα τήν ἔλλειψιν κανονικῆς δίκης εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ καθαιρεθέντος Ἐπισκόπου Ράσκας καί Πριζρένης Ἀρτεμίου.
Ἀντιγράφω, εἰς ἐπίρρωσιν τῶν λεγομένων, ἀπόσπασμα τῆς ὑπ’ ἀριθ.28/14-1-2011 ἐπιστολῆς μου πρός τόν Μακαριώτατον Πατριάρχην Σερβίας κ.Εἰρηναῖον, Πρόεδρον τῆς Πατριαρχικῆς Ἱ.Συνόδου :
«Ἐν συνοχῇ καρδίας καί μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ προάγομαι ὡς ὁ ἐλαχιστότερος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων, διά τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, νά ὑποβάλω πρός Ὑμᾶς καί τήν περί Ὑμᾶς Ἱεράν Πατριαρχικήν Σύνοδον τήν ἀκόλουθον θερμοτάτην ἔκκλησιν, μηδόλως προτιθέμενος νά ὑπεισέλθω εἰς τά interna corporis, οὐδέ νά ἀναμειχθῶ εἰς τά ἐσωτερικά τῆς καθ’ Ὑμᾶς Ἁγιωτάτης κατά Σερβίαν Ἐκκλησίας. Ἁπλῶς καί μόνον, ἀναφερόμενος εἰς τήν πρόσφατον ἔκπτωσιν ἐκ τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Θρόνου τῆς Ἱερᾶς Ἐπισκοπῆς Ράσκας καί Πριζρένης τοῦ Πανιερωτάτου Ἐπισκόπου κ.Ἀρτεμίου καί τήν ἐν συνεχείᾳ καθαίρεσιν αὐτοῦ ἀπό τοῦ Ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος καί ἐξαγορευόμενος ταπεινῶς τήν βαθεῖαν λύπην καί ὀδύνην τῆς καρδίας μου διά τά γενόμενα, δίχα τῆς ὑπό τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας προβλεπομένης κανονικῆς διαδικασίας (ἀπαγγελία κανονικοῦ παραπτώματος, ἀνακριτική διαδικασία, παροχή ἐξηγήσεων, εἰσαγωγή εἰς δίκην, κανονική δίκη, ἀπολογία καί καταδίκη ἐρειδομένη εἰς τήν παράβασιν συγκεκριμένων Ἱερῶν Κανόνων ἤ πολιτειακῶν νόμων), παρακαλῶ καί ἱκετεύω τήν Μακαριότητα καί τήν Σεβασμιότητα ἤ Πανιερότητα Ὑμῶν ὅπως, «ἐκθέμενοι φιλανθρωποτέραν ψῆφον», κατά τούς Ἱερούς Κανόνας, εὐαρεστηθῆτε καί στέρξητε εἰς ἀναψηλάφησιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ καθαιρεθέντος Ἱεράρχου, προκειμένου ὅπως τηρηθῇ ἡ κατά τά ὡς ἄνω ὁριζομένη ἱεροκανονική διαδικασία, ἥτις καί ἐναρμονίζεται εἰς τήν ἀπ’ αἰώνων ἁγίαν ἡμῶν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν.
 
Μακαριώτατε, Ἅγιοι Συνοδικοί, 
Δέν θεωρῶ ἐμαυτόν ἁρμόδιον νά ὑποδείξῃ εἰς Ὑμᾶς τάς σχετικάς ἐπιταγάς τοῦ Εὐαγγελικοῦ Νόμου καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς κατ’ Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, εἰς ἥν ἀπό κοινοῦ ἀνήκομεν. Δέν ἐπιτρέπω εἰς τόν ἑαυτόν μου νά κρίνῃ ἤ ἐπικρίνῃ τά πρό καί ἄχρι τῆς γενομένης καταδίκης τοῦ εἰς ὅν ἐπεβλήθη ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν Ἀδελφοῦ μας Ἀρτεμίου. Εἶναι σοβαρότατα θέματα, ἀφορῶντα εἰς τήν εὐθύνην καί τήν θείῳ δικαίῳ ὀρθήν ἀντιμετώπισιν τῆς καθ’ Ὑμᾶς Ἁγιωτάτης Αὐτοκεφάλου Σερβικῆς Ἐκκλησίας. Δέν δύναμαι, ὅμως, ὡς Ἐπίσκοπος μέν τῆς μικροτέρας Μητροπολιτικῆς Ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καί τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, νά μή ἐπισημάνω εὐλαβῶς τήν προδήλως ζημιογόνον ὑπέρβασιν τῶν σχετικῶν ἱεροκανονικῶν διατάξεων καί τῆς κανονικῆς τάξεως, οὐδέ νά ἀποκρύψω τό ἀποκυηθέν συνειδησιακόν μου πρόβλημα ἐκ τῶν  συμβεβηκότων τῷ οὕτω πως καταδικασθέντι συνεπισκόπῳ μου, μεθ’ οὗ δέν προϋπῆρξε ἤ ὑπάρχει γνωριμία τις ἤ ἐπικοινωνία καί ἐπαφή. Δέν μοῦ εἶναι δυνατόν, προσέτι, νά ἀποσιωπήσω τήν προαίσθησιν τοῦ φόβου προκλήσεως ἑνός νέου σχίσματος εἰς τούς κόλπους τῆς Ἁγιωτάτης Ὑμῶν Ἐκκλησίας, τό ὁποῖον, κατά τόν Ἱερόν Χρυσόστομον «οὐδέ αἷμα μαρτυρίου δύναται νά ἀποπλύνῃ»˙ γίνεται εὐκόλως καί ἀπογίνεται οὐ ῥαδίως. Καί, τέλος, δέν δύναμαι νά παραβλέψω καί νά μή ἐπισημάνω προσηκόντως τά ὀλέθρια ἀποτελέσματα καί τά ἀνεπούλωτα εἰσέτι τραύματα, τά προελθόντα ἐκ τῆς ἐπιβολῆς ἀντικανονικῶν νόμων τῆς περιόδου τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ - δικτατορικοῦ καθεστῶτος (1967-1974) εἰς τήν Ἑλλαδικήν ἡμῶν Ἐκκλησίαν, ὡς ἦσαν ὁ Α.Ν. 214/1968 καί αἱ Συντακτικαί πράξεις 3 καί 7/1974, ἐξ ὧν  ἐπί 40ετίαν περίπου δέν ἔπαυσε νά ταλανίζεται καί σήμερον ἡ Ἐκκλησία τῆς χώρας μας». 
Βαθυσεβάστως ὑπέβαλα, ὡς διαπιστώνει πᾶς τις, θερμοτάτην ἔκκλησιν ὅπως ἡ Ἱερά Πατριαρχική Σύνοδος, «ἐκθεμένη φιλανθρωποτέραν ψῆφον», εὐαρεστηθῇ καί στέρξῃ εἰς ἀναψηλάφησιν τῆς ἐν θέματι ὑποθέσεως. Αὐτό δέν συνιστᾶ καταφοράν ἤ ἀπαγγελίαν κατηγορίας διά κακοδικίαν. Τό ταπεινόν αἴτημά μου ἦτο νά ὑπάρξῃ κανονική δίκη μεθ’ ὅλων τῶν προϋποθέσεων, τάς ὁποίας ὁρίζει τό κοινόν δι’ ἅπαντας τούς Ὀρθοδόξους Κανονικόν Δίκαιον, καί οὐδέν πλέον. 
Ὅταν δέ ἡ μετά διακρίσεως γενομένη παρέμβασίς μου αὐτή παρεθεωρήθη δέν ἠκολούθησε «ἄτοπη καί ἀντισυνοδική συμπεριφορά μου». Κατέθεσα ἁρμοδίως τόν ἐπισκοπικόν μου λογισμόν καί ἡ οἰκεία Πατριαρχική Σύνοδος ἐπωμίσθη ἐξ ὁλοκλήρου τήν εὐθύνην αὐτῆς. Δέν ἐκάλεσα εἰς τήν Ἐπαρχίαν μου τόν διά τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν ἀποβληθέντα ἐκ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἄνευ τῆς κανονικῆς διαδικασίας, Ἐπίσκοπον, οὔτε συμμετεῖχα, παρ’ ὅτι ἐκλήθην, εἰς γενομένας ἐντός τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου συνάξεις, παρόντος ἐκείνου, διά νά μή θεωρηθῇ τοῦτο σύμπηξις παρασυναγωγῆς.
 Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ μέγας ἠδικημένος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἀδίκως καθαιρεθείς ὑπό ληστρικῆς συνόδου καί ἀκολουθήσας «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν» τόν δρόμον τῆς ἐξορίας, ἐρωτηθείς ὑπό Ἐπισκόπων – πνευματικῶν του τέκνων διά τήν στάσιν τήν ὁποίαν ἔπρεπε νά τηρήσουν μετά τήν ἄδικον καί ἀντικανονικήν του καθαίρεσιν ἀπήντησε ἐμπνευσμένως: θά κοινωνήσετε μετά τοῦ διαδόχου μου πρός ἀποφυγήν σχίσματος, ἀλλά δέν θά ὑπογράψετε τήν καταδίκην μου, διότι εἶναι ἄδικος. Αὐτήν τήν τακτικήν ἀκολουθῶν, ἔχω μέν τήν πεποίθησίν μου, ὅπως πᾶς τις εὐσυνείδητος καί ἀκριβοδίκαιος δικαστής ἀποκτᾷ εἰς ἑκάστην περίπτωσιν τήν δικανικήν του πεποίθησιν, περί τῶν γενομένων ἀντικανονικῶν πράξεων, ἀλλ’ αἱ εὐθύναι ἀνήκουν εἰς τήν ἁρμοδίαν Ἐκκλησιαστικήν Ἀρχήν. Εἰς παρομοίαν περίπτωσιν, καθ’ ἥν 12 Μητροπολῖται τῆς Ἑλλαδικῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας ἀπεμακρύνθησαν, δυνάμει τῶν ὑπ’ ἀριθ. 3 καί 7 συντακτικῶν πράξεων τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος, ἐν ἔτει 1974, ἄνευ κατηγορίας, κανονικῆς δίκης καί ἀπολογίας, ὡς προελέχθη, ἐκ τῆς διαποιμάνσεως τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων αὐτῶν, ὁ ἐπιφανής Κανονολόγος ἀείμνηστος Ἀρχιμανδρίτης π.Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος (πνευματικός πατήρ τοῦ ἀειμνήστου Καθηγητοῦ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου Κωνσταντίνου Μουρατίδου, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώριζε τήν ἀξίαν του ὡς σπουδαίου Κανονολόγου, παρ’ ὅτι δέν εἶχε τήν ἰδιότητα τοῦ Πανεπιστημιακοῦ Διδασκάλου) ἐγνωμοδότησε ὅτι, διά τόν ὡς ἄνω λόγον, οἱ ἐν θέματι Μητροπολῖται παρά τά ἀντικανονικῶς γενόμενα, οὐδέποτε ἀπεστερήθησαν τῆς ἰδιότητος τοῦ Κανονικοῦ Μητροπολίτου. 
Συνελόντ’ εἰπεῖν, ταπεινῶς φρονῶ ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, πέρα τῆς ὑπαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τήν οἰκείαν Ἱεράν Σύνοδον, ἡ ὁποία εἶναι δι’ αὐτόν ἡ Ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, ἀνήκει ἐν ταὐτῷ καί εἰς τήν καθόλου Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν καί ἔχει λόγον διά τά θεολογικά, δογματικά καί ἐκκλησιολογικά θέματα, τά ἀφορῶντα εἰς Αὐτήν. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον εἰς τήν ὀψέποτε συγκληθησομένην Οἰκουμενικήν ἤ Πανορθόδοξον Σύνοδον συμμετέχει ἀπαραιτήτως ὡς διαποιμαίνων Ὀρθόδοξον ποίμνιον. Ἡ ἀναφορά του εἰς τά θέματα αὐτά δέν θεωρεῖται παρέμβασις εἰς τά ἐσωτερικά ἄλλης Ὁμοδόξου Ἐκκλησίας (μετά τῆς ὁποίας, ὅμως, καί μεθ’ ὅλων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κοινόν εἶναι τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον, κοινή ἡ θεολογική καί ἐκκλησιαστική παράδοσις, κοινόν τό Ἱερόν Πηδάλιον τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, κοινή ἡ δογματική διδασκαλία, κοινή ἡ Ἱερά καί ἡ Πατερική παράδοσις). 
Τό ὀρθόδοξον πλήρωμα ἀναμένει ἀπό τούς σεβαστούς  Πανεπιστημιακούς διδασκάλους τήν ἐπιβαλλομένην εὐαισθησίαν εἰς τά κανονικά - ἐκκλησιολογικά καί δογματικά θέματα, τά ὁποῖα ἀναφύονται, ὅπως τά ζητήματα τῆς «μεταπατερικῆς» καλουμένης θεολογίας, τῆς μετανεωτερικότητας, τῆς συμμετοχῆς ἐν ὥρᾳ Θείας Λατρείας ἑτεροδόξων (Ρωμαιοκαθολικοῦ καί Ἀρμενίου κληρικοῦ ἐνδεδυμένων τά ἱερατικά των ἄμφια καί διερχομένων διά τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ ἐν Φαναρίῳ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ κατά τόν Μέγαν Πατριαρχικόν Ἑσπερινόν τῆς Ἀγάπης, Πάσχα 2012 καί ἀναγνωσάντων τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον εἰς τήν γλῶσσαν των), ἀκοινωνήτων ὄντων, κατά τήν ἠπιωτέραν ἔκφρασιν τοῦ 10ου Ἀποστολικοῦ Κανόνος, τῆς συμμετοχῆς Ὀρθοδόξων Προκαθημένων κατά τήν «Παγκόσμια Ἡμέρα προσευχῆς τῶν Θρησκειῶν γιά τήν εἰρήνη», παρόντος τοῦ Πάπα καί τῶν ἀρχηγῶν ὅλων τῶν θρησκειῶν (καί ἐκπροσώπων θρησκειῶν βουντού, δηλ. μαγείας), ὅλων αὐτῶν ὡς «Προσκυνητῶν τῆς ἀληθείας καί τῆς εἰρήνης», κρατούντων ὅλων ἀπό μίαν ἀναμμένην κανδήλαν εἰς Ἀσίζην τῆς Ἰταλίαν (Ὀκτώβριος 2011) κ.λπ., κ.λπ. 
Θεάρεστον θά ἦτο, πάντως,  νά μή παρέχῃ κανείς πράγματα εἰς τούς Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, λοιπούς Κληρικούς, Μοναχούς καί λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι χωρίς καμμία σκοπιμότητα, ἀλλ᾿ ὡς κατενώπιον Θεοῦ, ἐν καθαρᾷ συνειδήσει, ἀγωνίζονται ὑπέρ τῆς διαφυλάξεως ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τῆς ἀμωμήτου Ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεως, παρά τάς τυχόν ἀνθρωπίνας ἐλλείψεις καί ἀδυναμίας πού ἔχουν καί ἐκεῖνοι. Οἱ καιροί, τούς ὁποίους διερχόμεθα εἶναι λίαν χαλεποί καί ἀποκαλυπτικοί. Πρόσχωμεν!
-----------------------------------------------------------------------------------------
* Τούς Ἐλλογιμωτάτους κκ.Εὐαγγελίαν Ἀμοιρίδου, Ἐπίκουρον Καθηγήτριαν, Χρῆστον Ἀραμπατζῆν, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Χαράλαμπον Ἀτματζίδην, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Διονύσιον Βαλαῆν, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Πέτρον Βασιλειάδην, Καθηγητήν, Μόσχον Γκουτζιούδην, Λέκτορα, Ἠλίαν Εὐαγγέλου, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Ἀγγελικήν Ζιάκα, Ἐπίκουρον Καθηγήτριαν, Φώτιον Ἰωαννίδην, Ἀναπληρωτήν Καθηγητήν, Δημήτριον Καϊμάκην, Καθηγητήν, Ἰωάννην Καραβιδόπουλον, Ὁμότιμον Καθηγητήν, Ἄνναν Κόλτσιου – Νικήτα, Ἀναπληρώτριαν Καθηγήτριαν, Δήμητραν Κούκουρα, Καθηγήτριαν, Ἀντωνίαν Κυριατζῆν, Λέκτορα, Μιλτιάδην Κωνσταντίνου, Καθηγητήν, Νικόλαον Μαγγιῶρον, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Γεώργιον Μαρτζέλον, Καθηγητήν, Βασιλικήν Μητροπούλου, Ἐπίκουρον Καθηγήτριαν, Ἰωάννην Μούρτζιον, Ἀναπληρωτήν Καθηγητήν, Παναγιώτην Παχῆν, Καθηγητήν, Ἰωάννην Πέτρου, Καθηγητήν, Παναγιώτην Σκαλτσῆν, Ἀναπληρωτήν Καθηγητήν, π. Ἰωάννην Σκιαδαρέσην, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Χρυσόστομον Σταμούλην, Καθηγητήν, Χρῆστον Τσιρώνην, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Στυλιανόν Τσομπανίδην, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Παναγιώτην Ὑφαντῆν, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Γλυκερίαν Χατζούλη, Ἐπίκουρον Καθηγήτριαν.

Υ.Γ.
Ταπεινά φρονώ, ότι τι πρόβλημα δεν  είναι
μόνο ποιο θα είναι το περιεχόμενο του μαθήματος
των Θρησκευτικών, αλλά κυρίως ποίοι "Θεολόγοι"
θα το διδάσκουν. ...... !!!!
Χαίρετε εν Κυρίω
π. Φώτιος Βεζύνιας