μήνυμα

μήνυμα

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Ἡ "Ὀρθοδοξία" τῶν Ἀντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτῶν

Η


Η "ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ" ΤΩΝ ΑΝΤΙΧΑΛΚΗΔΟΝΙΩΝ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΩΝ
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, Ὁμότιμος Καθηγητὴς Α.Π.Θ.
 1. Γενικὴ ἐκτίμηση τοῦ διαλόγου.
       Εἶναι γνωστὸν ὅτι μεταξὺ τῶν διαλόγων ποὺ διε­ξάγει ἡ Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία μὲ τοὺς ἑτεροδόξους συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ διάλογος μὲ τοὺς Μονοφυσίτας ἢ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους ἢ τοὺς Προχαλκηδονίους ἢ τοὺς Ἀρχαίους Ἀνατολικοὺς ἢ τοὺς ἐσχάτως καὶ ἄντικρυς πρὸς τὴν Παράδοση ἀποκαλουμένους Ὀρθοδόξους Ἀνατολικούς. 

Ὁ διάλογος αὐτὸς στὸ ἐπίπεδο τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς ποὺ τὸν διε­ξάγει ἔχει καταλήξει σὲ συμφωνία, ἀπὸ τὴν ὁποία προ­κύπτει ὅτι δῆθεν δὲν μᾶς χωρίζει τίποτε στὴν πίστη, ὅτι οἱ θεωρούμενες μέχρι τώρα διαφορὲς ὀφειλόταν σὲ πα­ρανόηση καὶ παρεξήγηση τῆς θεολογικῆς ὁρολογίας, ποὺ τὴν κατάλαβαν τώρα καλύτερα οἱ εἰδικοὶ θεολόγοι ἐπιστήμονες ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας, καὶ ὅτι ἡ ἀρχι­κὴ ἀπόσχιση τῶν Ἀντιχαλκηδονίων ἀπὸ τὴν Ἐκκλη­σία δὲν ὀφειλόταν σὲ θεολογικοὺς ἀλλὰ σὲ πολιτικοὺς λόγους.
       Ἡ παραμορφωτικὴ αὐτὴ τῶν πραγμάτων εἰκόνα κυκλοφοροῦσε κυριαρχικὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν συνομι­λιῶν, τόσο στὶς τέσσαρες ἀνεπίσημες συνδιασκέψεις Ὀρθοδόξων καὶ Ἀντιχαλκηδονίων, ποὺ σημειωτέον ἔγι­ναν μὲ πρωτοβουλία τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλη­σιῶν, ὅσο καὶ στὶς ἐπίσημες συναντήσεις τῆς Διορθοδόξου ἐπὶ τοῦ διαλόγου αὐτοῦ Ἐπιτροπῆς καὶ στὶς συνδια­σκέψεις κατόπιν τῆς Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπῆρχαν μάλιστα καὶ πρόσωπα, μέλη τοῦ διαλόγου καὶ ἐκπρόσωποι Ἐκκλησιῶν, ποὺ πίστευαν ὅτι ἡ "Ὀρθοδοξία" τῶν Ἀντιχαλκηδονίων εἶναι ἀναμφίβολος καὶ ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, περιττεύει ἐπομένως καὶ ὁ θεολογικὸς διάλογος, ποὺ θὰ περιπλέξει περισσότερο τὰ πράγματα. Συνιστοῦσαν γι' αὐτὸ καὶ ἐπρότειναν νὰ προχωρήσουν οἱ Ἑκκλησίες σὲ ἁπλὴ διακήρυξη τῆς ἑνώσεως, γιατὶ οἱ δεκαπέντε αἰῶνες χωρισμοῦ ἦσαν ἀδικαιολόγητοι, καὶ ἐπομένως κατὰ τὸ σκεπτικὸ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία βρισκόταν ὅλους αὐτοὺς τοὺς αἰῶνες σὲ πλάνη, καὶ ἔκαναν λάθος οἱ ἑκατοντάδες τῶν μεγάλων καὶ ἐπιφανῶν καὶ σοφῶν καὶ φωτισμένων ἁγίων Πατέρων ποὺ ἀγωνίσθηκαν καὶ ἔγραψαν ἐναντίον τῶν Μονο­φυσιτῶν, Ἰακωβιτῶν, Ἀκεφάλων, Σεβηριανῶν κ.τ.λ., ἀλλὰ καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἁπλῶν ἀλλὰ φωτισμένων καὶ ἁγίων γερόντων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως φανερώνουν πάμπολ­λες διηγήσεις στὰ Γεροντικά, οὔτε νὰ συνομιλήσουν δε­χόταν μὲ Ἀντιχαλκηδονίους, μέχρις ὅτου ἀποκηρύξουν τὴν αἵρεση καὶ ἀναγνωρίσουν τὶς ἀποφάσεις τῆς Δ' ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνὸδου.
       Καὶ ἀσφαλῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ ὅσιοι γεροντάδες δὲν εἶχαν λιγώτερη ἀγάπη καὶ κατανόηση ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς ὑπερμάχους τῆς ἑνώσεως· ἀντίθετα ἡ στάση τους ὀφειλόταν σὲ φροντίδα, ποιμαντικὴ καὶ παι­δαγωγική, νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ ἐκτραπέντες τὸ λάθος καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν ὁρθὴ πίστη ποὺ εἶναι ἀπα­ραίτητη προϋπόθεση σωτηρίας. Ἀγαπᾶ ἐκεῖνος ποὺ λέγει τὴν ἀλήθεια, ἔστω καὶ ἂν πικραίνει κατ' ἀρχὴν καὶ δημιουργεῖ ἀντίδραση, καὶ ὄχι ἐκεῖνος ποὺ παραπλανᾶ καὶ κρύβει τὴν ἀλήθεια, ὑπολογίζοντας στὶς πρόσκαιρες ἀνθρώπινες σχέσεις καὶ ὄχι στὶς αἰώνιες πραγματι­κότητες. Εἶναι ξεκαθαρισμένα αὐτὰ στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας· ὑπάρχει καλὴ καὶ κακὴ ὁμόνοια καὶ εἰρήνη.1. Εἶναι κακὴ ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ εἰρήνη ποὺ παραβλέπει τὶς διαφορὲς στὴν πίστη, γιατὶ μόνον "ἡ ἑνότης τῆς πίστεως καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος", ὑπέρ τῶν ὁποίων καθημερινῶς εὔχεται ἡ Ἐκκλησία, μποροῦν νὰ θεμελιώσουν καὶ νὰ ἐγγυηθοῦν βαθειὰ καὶ ἀδιατάρακτη εἰρήνη, ἀφοῦ στηρίζονται στὴν πνευματικὴ καὶ μυστη­ριακὴ ἑνότητα. Ὅταν δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἑνότης, τότε ἔχομε κακὴ καὶ ψευδὴ ὁμόνοια καὶ εἰρήνη, ποὺ διαιω­νίζει καὶ κρύβει τὸ τραῦμα τοῦ χωρισμοῦ καὶ τῆς διαι­ρέσεως· σ' αὐτὲς τὶς περιπτώσεις "κρείσσων ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεῷ"
       Ἡ πλασματικὴ καὶ ἐξωπραγματικὴ εἰκόνα περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἔχομε διαφορὲς στὴν πίστη μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους ἄρχισε νὰ προβάλλεται στὶς ἀρχές τοῦ παρόντος αἰῶνος, παρουσιάσθηκε δὲ πολὺ θελκτικὴ καὶ ὡραιο­ποιημένη στὶς τελευταῖες δεκαετίες, κατὰ τὶς ὁποῖες με­σουρανοῦσε ἡ λεγομένη Οἰκουμενικὴ Κίνηση, πρὶν νὰ ὑποστεῖ τὰ ἀναπόφευκτα κατεδαφιστικὰ πλήγματα ἀπὸ τὴν ἀναβίωση καὶ ἐνίσχυση τῆς Οὐνίας τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ὡς καὶ ἀπὸ τὸν νεφελώδη θεολογικὸ συγκρη­τισμὸ καὶ σχετικισμὸ τῶν Προτεσταντῶν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους, μετὰ τὴν γυμνὴ καὶ ἀπροκάλυπτη ἐμφάνισή του στὴν Ζ' Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίίου Ἐκκλησιῶν στὴν Καμπέρα τῆς Αὐστραλίας (Φε­βρουάριος 1991), ἄρχισε νὰ ἀνησυχεῖ τοὺς Ὀρθοδόξους.
      Καρπὸς πάντως αὐτοῦ τοῦ καλλιεργηθέντος θεολο­γικοῦ σχετικισμοῦ καὶ συγκρητισμοῦ, ἦταν καὶ ἡ ὡραι­οποιημένη εἰκόνα γιὰ τὶς διαφορές μας μὲ τοὺς Μονοφυσίτας, οἱ ὁποῖοι δὲν ὀνομάζονται πλέον ἔτσι, ἀλλὰ κατ' ἀρχὴν Ἀντιχαλκηδόνιοι, κατόπιν Προχαλκηδόνιοι ἢ Ἀρχαῖοι Ἀνατολικοί, τώρα δὲ καὶ Ὀρθόδοξοι, ἀφοῦ γκρεμίσαμε, τὰ ὅρια καὶ τὰ σύνορα, παρὰ τὴ σύσταση "μὴ μεταίρειν ὅρια αἰώνια ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν", καὶ ἐπιτρέψαμε στοὺς ἐπὶ δεκαπέντε αἰώνας στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας αἱρετικοὺς Μονοφυσίτας, χωρὶς ἐπιστροφὴ καὶ μετάνοια, νὰ γίνουν συγκληρονόμοι τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ ὀνομάζονται ἀπὸ μᾶς τοὺς ἴδιους Ὀρθόδοξοι. Εἶναι πράγματι ἐκπληκτικὴ ἡ θεολογικὴ σύγχυση καὶ ἀνάμειξη, τὸ γκρέμισμα ὅλων τῶν ὁρίων. Ἂν πρὶν ἀπὸ δέκα μόλις χρόνια διάβαζε ἢ ἄκουγε κα­νεὶς τὸν ὅρο "Διορθόδοξη Ἐπιτροπὴ" ἢ "Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες", θὰ ἐννοοῦσε ἀσφαλῶς ἐπιτροπὴ Ὀρθοδόξων ἢ τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ποὺ ἀνήκουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ποὺ περι­λαμβάνει τὶς αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς μὲ πρωτόθρονη τὴν Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόόλεως. Αὐτὸ ὅμως τώρα δὲν εἶναι αὐτονόητο· μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια προγραμματισμένης ἐργασίας τῶν σχε­διαστῶν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μία "Διορθόδοξη Ἐπιτρο­πὴ" μπορεῖ νὰ περιλαμβάνει καὶ Ἀντιχαλκηδονίους, ἀφοῦ στὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ανατολῆς, μὲ δι­κή μας συγκατάθεση, ἀριθμοῦνται πλέον καὶ οἱ μονοφυσιτικὲς Ἐκκλησίες τῶν Κοπτῶν, τῶν Συροϊακωβιτῶν, τῶν Ἀρμενίων, τῶν Αἰθιόπων κ.ἄ. Πρὶν ἀπὸ τοὺς Προτεστάντας ὁ πρῶτος διδάσκαλος τοῦ θεολογικοῦ καὶ Ἐκκλησιαστικοῦ συγκρητισμοῦ ὑπῆρξε ὁ πάπας, ὅπως φαίνεται σαφέστατα αὐτὸ στὸν θεσμὸ τῆς Οὐνίας, ὅπου ἐπιτρέπεται, μὲ τὴν μοναδικὴ ἀπαίτηση ἀναγνωρίσεως τοῦ πρωτείου, νὰ κρατοῦν οἱ προσηλυτιζόμενοι τὰ ἰδι­κὰ τους γνωρίσματα, ἀκόμη καὶ τὶς αἱρέσεις τους.
      Ἡ δεύτερη συνέπεια τοῦ θεολογικοῦ αὐτοῦ σχετι­κισμοῦ καὶ τοῦ γκρεμίσματος τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἡ ἄμβλυνση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς εὐαισθησίας καὶ αὐτοσυνειδησίας πολλῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων, ἰδιαίτερα δὲ τῶν μετὰ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλη­σιῶν συνδεομένων, ἀλλὰ καὶ τῶν καθ' οἱονδήποτε τρόόπον σχετιζομένων πρὸς τὸ καλλιεργηθὲν ἐπὶ πολλὲς δε­καετίες ἐνθουσιαστικὸ οἰκουμενιστικὸ πνεῦμα. Ἡ ἄμβλυνση αὐτή, ὡς καρπὸς ἀντικειμενικῆς δῆθεν θεολογικῆς ἐρεύνης, ποὺ καλύπτεται ἀπὸ ἠχηρὰ ὀνόματα Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν θεολόγων, ἀρχίζει σιγὰ-σιγὰ νὰ προσ­βάλλει καὶ θεωρουμένους μέχρι σήμερα παραδοσιακοὺς θεολόγους. Εἶναι παραδείγματος χάριν ἐντυπωσιακὸ νὰ παρακολουθεῖ κανεὶς καὶ νὰ εκτιμᾶ τὴ στάση θεολόγων μελῶν τοῦ διαλόγου, οἱ ὁποῖοι, μὲ βάση δικά τους γρα­πτὰ κείμενα, ὑποστήριζαν ὅτι εἶναι δυσχερὴς ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν ἕνωση μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους, ὅτι ἀπαραίτητος ὅρος γιὰ τὴν ἕνωση εἶναι ἡ ἀναγνώριση τῆς Δ' Οικουμε­νικῆς Συνόδου καὶ τῶν ἄλλων οἰκουμενικῶν, ἐνῶ τώρα δέχονται ὡς εὐχερὴ καὶ χωρὶς προβλήματα τὴν ἕνωση καὶ οὔτε θέτουν ὡς ὅρο τὴν ἀναγνώριση τῆς Δ' Οικουμε­νικῆς Συνόδου καὶ τῶν ἄλλων οἰκουμενικῶν, ἁπλούστατα διότι αὐτό, ὅπως ἐδηλώθη ἀπὸ πλευρὰς Ἀντιχαλκηδονίων, στὴν ἀνεπίσημη συνάντηση τῆς Γενεύης, εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνει, ἔστω καὶ ἂν οἱ ἡμέτεροι νομίίζουν ὅτι ἐπανερμηνεύοντας τὶς ἀποφάσεις τῆς Δ' Οἰκουμε­νικῆς Συνόδου θὰ πείσουν τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους νὰ τὴν δεχθοῦν.
     Δὲν εἶναι ὅμως θέμα ἐρμηνείας, ἀλλὰ ἀλλαγῆς καὶ ἀνατροπῆς τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τί θὰ γίνει, παραδείγματος χάριν, ποιὰ ἐρμηνεία θὰ δώσουμε στὸν ὅρο πίστεως τῆς Ζ' ἐν Νικαία Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ ἀνακεφαλαιώνει τὴν ὅλη Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ποὺ γιὰ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους καὶ τοὺς ἁγίους των λέγει τὰ ἑξῆς; "Σὺν τούτοις δὲ καὶ τὰς δύο φύσεις ὁμολογοῦμεν τοῦ σαρκωθέντος δι' ἡμᾶς ἐκ τῆς ἀχράντου Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τέλειον αὐτὸν Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον γινώσκοντες, ὡς καὶ ἡ ἐν Χαλκηδόνι Σύνοδος ἐξεφώνησεν, Εὐτυχῆ καὶ Διόσκορον δυσφημήσαντας, τῆς θείας αὐλῆς ἐξελάσασα, συναποβάλλοντες αὐτοῖς Σεβῆρον, Πέτρον καὶ τὴν πολυβλάσφημον αὐτῶν ἀλληλόπλοκον σειράν". Τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων θεωροῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι ὡς ἀλάθητες, διότι ἐλήφθησαν τῇ ἐπιστασίᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀνεγνωρίσθησαν ἀπὸ τὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὅλων τῶν αἰώνων. Μὲ ἐρμηνεῖες λοιπὸν καὶ θεολογικὲς σοφιστεῖες θὰ προσβάλλουμε τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ θὰ προ­καλέσουμε σχῖσμα στὴν διαχρονικὴ ἑνότητα καὶ καθο­λικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐπιβάλλοντας στοὺς Ὀρθοδόξους τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος νὰ πιστεύουν διαφορετικὰ γιὰ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους τῶν προηγουμένων γενεῶν, ὅταν μάλιστα ἐκείνη τὴν πίστη τὴν κατοχύρωσαν καὶ τὴν ἐδίδαξαν φωτι­σμένα καὶ ἅγια πρόσωπα; Δὲν εἶναι εὔκολο πράγμα ἡ θεολογία, γιὰ νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ παίζει καὶ νὰ διαπραγματεύεται μὲ στόχο νὰ δημιουργεῖ προσωπικὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις. Ἂν γκρεμίσεις κάτι, γκρεμίζεται ὅλο το οἰκοδόμημα. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τὸ ἐγνώριζαν πολὺ καλὰ αὐτό, γι' αὐτὸ καὶ ὡς μόνη ὁδὸ καὶ μέθοδο ἑνώσεως τῶν αἱρετικῶν ὑποδεικνύουν τὴν ἀποκήρυξη τῆς αἱρέσεως καὶ τὴν ἀποδοχὴ τῆς Ὀρθοδόξου διδασκα­λίας. Ἐμεῖς τώρα ἀποκλείσαμε ἐκ τῶν προτέρων αὐτὴν τὴν μέθοδο ἀφοῦ, τοὺς ἀναγνωρίσαμε ἤδη ὡς Ὀρθοδόξους καὶ τοὺς ἐβάλαμε μέσα στὴν αὐλὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀλαθήτως καὶ θεοπνεύστως τοὺς ἐξέβαλαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μὲ ἀποφάσεις Οἰκουμε­νικῶν Συνόδων.
2. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς καὶ οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι.
        Δὲν ὑπάρχει πράγματι πατὴρ καὶ ἅγιος τῆς Ἐκκλη­σίας καθ' ὅλην τὴν μακραίωνα παράδοση τῶν δεκαπέν­τε αἰώνων, ἀπὸ τὴν Δ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο μέχρι σήήμερα, ποὺ νὰ πιστεύει καὶ νὰ διδάσκει ὅτι δὲν ἔχομε δια­φορὲς στὴν πίστη μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους καὶ ὅτι αὐτοὶ οὐσιαστικὰ εἶναι Ὀρθόδοξοι, ὅπως ἐμεῖς. Ἀντι­θέτως ὑπάρχουν πολλοὶ καὶ μεγάλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλη­σίας μας, μετὰ τὴν σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος, ποὺ ἐκθέτουν τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος, τὸ μέγεθος ἐν πάσῃ περιπτώσει, τῆς αἱρέσεως τῶν Ἀντιχαλκηδονίων. Ἀνάμε­σα δὲ σ' αὐτοὺς ὑπάρχουν κολοσσοὶ καὶ γίγαντες τῆς θεολογίας, στύλοι Ὀρθοδοξίας, τῶν ὁποίων ἡ σοφὶα ἡ πολυποίκιλος, πλὴν τοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἁγίου Πνεύμα­τος, εἶναι ἐκπληκτικὴ καὶ ἀναντίρρητη, κατὰ πολὺ δὲ ὑπέρτερη τῆς σοφίας τῶν διεξαγόντων σήμερα τὸν διάλογο, ὥστε νὰ φαίνεται ἀστεῖο τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἐκεῖνοι δὲν καταλάβαιναν τὴν ἐπιχειρηματολογία καὶ τὶς θέσεις τῶν Ἀντιχαλκηδονίων καὶ τὶς καταλαβαίνομε σήμερα ἐμεῖς. Δὲν καταλάβαιναν, λοιπὸν, ὁ ἅγιος Μάξι­μος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ Μέγας Φώτιος, γιὰ νὰ μνημονεύσω μόνον αὐτοὺς τοὺς τρεῖς ἐκ τῶν ἐπισήμων Πατέρων ποὺ ἀσχολήθηκαν μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους; Ἡ πικρὴ πείρα ἀπὸ τοὺς θεολογικοὺς διαλόγους ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ σ' αὐτὸν τὸν διάλογο ἡ θεολογικὴ προπαρασκευὴ τῶν μελῶν τῆς Ὀρθοδόξου ἀντιπροσωπείας δὲν ἦταν συλλογικὴ καὶ συστηματικὴ μὲ βάση τὶς πηγὲς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τὰ κείμενα τῶν συνόδων καὶ τῶν Πατέρων, ἀλλὰ προσωπική, κατὰ τὶς θεολογικὲς προτιμήσεις καὶ τάσεις κάθε μέλους καὶ μὲ βάση τὴ σύγχρονη κυρίως καὶ νοθευμένη ἀπὸ τὸ οἰκουμενιστικὸ πνεῦμα βιβλιογραφία. Εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ ἀντιμετώπιση τῶν θεμάτων τοῦ διαλόγου θὰ ἦταν διαφορετική, ἂν τὰ Ὀρθόδοξα μέλη εἶχαν διαβάσει τοὺς ἁγίους Πατέρας, τοὺς τρεῖς ἔστω ἐπιφανεῖς ποὺ μνημονεύθηκαν. Μέσα στὰ κείμενά τους βλέπει κανεὶς νὰ ὑπάρχουν οἱ ἴδιες ὑποχωρήσεις καὶ παραχωρήσεις καὶ μεταβολὲς τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, ὅπως θεωροῦνται σήμερα, ποὺ κρίνονται ὅμως ἀπὸ τοὺς Πατέρας ἀνειλι­κρινεῖς καὶ ἁπλὴ συγκάλυψη τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ἐφ' ὅσον δὲν ὁδηγοῦν στὴν ρητὴ ὁμολογία καὶ ἀρίθμηση τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων ἐν τῷ ἑνὶ προσώπῳ μετὰ τὴν ἕνω­ση, καὶ ἐπομένως στὴν ἀναγνώριση τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
       Τὸ περίεργο εἶναι ὅτι, ἐνῶ ἡ πατερικὴ παράδοση ἀγνοεῖται παντελῶς, καὶ χαράσσεται ἐντελῶς νέος δρόμος, καὶ ἐπιχειρεῖται καινοτομία εἰς τὰ τῆς πίστεως, ἀπὸ τὸν τεράστιο ὄγκο τοῦ πατερικοῦ ὑλικοῦ γίνεται κατὰ κόρον ἐπὶκληση ἐκφράσεως τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δα­μασκηνοῦ, ἡ ὁποία ἀποκεκομμένη ἀπὸ τὴν συνάφειά της καὶ χωρίς συσχετισμὸ πρὸς ὅσα ὁ χρυσορρόας πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας καὶ τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας λέγει, ἀντιμετωπίζοντας τὴν αἵρεση τῶν Ἀκεφάλων ἢ Ἰακωβιτῶν, ἀφήνει τὴν ἐντύπωση ὅτι τοὺς ἀναγνωρίζει ὡς Ὀρθοδόξους. Ἡ ἐπίκληση τοῦ ἁγί­ου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ ἀσκεῖ καταλυτικὸ ρόλο καὶ προκαλεῖ ἐντύπωση, γιατὶ ὁ ἅγιος θεωρεῖται ὅτι εἶναι τὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι συγκεφαλαιώνει τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶναι καθ' ὅλα ἀπλανὴς διδάσκαλος καὶ κανὼν Ὀρθοδοξίας. Καὶ δὲν θεωρεῖται ἁπλῶς, ἀλλὰ πράγματι εἶναι. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἐπίκληση τῆς γνώμης του περὶ τοῦ ὅτι οἱ Χαλκηδόνιοι εἶναι σχεδὸν Ὀρθόδοξοι θὰ ἀποτελοῦσε ὄντως ἰσχυρὸ θεμέλιο πάνω στὸ ὁποῖο θὰ μπορούσαμε νὰ στηρίξουμε τὶς προσπάθειες γιὰ τὴν ἐπανένωση τῶν Ἀντιχαλκηδονίων μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Καὶ μακάρι τὰ πράγματα νὰ ἦσαν ἔτσι, καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ταλαιπωρία καὶ ὁ παραπικρασμὸς τοῦ χωρισμοῦ καὶ τῆς διαιρέσεως νὰ ὀφειλόταν σὲ ἐννοιο­λογικὲς ἀσάφειες καὶ παρεξηγήσεις τῶν ὅρων καὶ σὲ καιρικοὺς ἱστορικοὺς καὶ πολιτικοὺς λόγους, ἐφ' ὅσον μάλιστα αὐτὴ ἡ ἐκτίμηση θὰ προερχόταν ἀπὸ τὸν κατ' ἐξοχὴν δογματικὸ διδάσκαλο καὶ ἐκφραστὴ τῆς Ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας, τὶν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, ὁ ὁποῖος ζοῦσε μακρυὰ ἀπὸ τὴν Κῶνσταντινούπολη, στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας, ἀπ' ὅπου προῆλθε ἡ Συροϊακωβιτικὴ Ἐκκλησία καὶ ἐγνώριζε καλύτερα καὶ ἐγγύτερα τὰ πράγματα.
      Ἡ εἰκόνα ὅμως ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν κειμένων τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοὺ εἶναι τελείως διαφορετική, ἄκρως δυσμενὴς καὶ ἀπογοητευτικὴ γιὰ τὶς δυνατότητες ἐπανενώσεως μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους, μὲ ἐρμηνεῖες καὶ ἐξηγήσεις, πλὴν τῆς ἐπιστροφῆς τους στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως τῆς Χαλκηδόνος. Ἡ διαπίστωση αὐτὴ πρέπει νὰ καταστήσει προσεκτικοὺς καὶ ἐπιφυλακτικοὺς ὅσους σπεύδουν πρὸς τὴν ἕνωση καὶ μάλιστα τὴν Ἐκκλησία Ἀντιοχείας, ποὺ ἔχει ὡς ἕδρα τοῦ προκαθημένου της τὴν πόλη τῆς Δαμασκοῦ, τὴν γενέτειρα τοῦ ἁγίου, τὸν ὁποῖο ἰδιαιτέρως τιμᾶ καὶ σέβεται, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ὀνομασία τῆς Θεολογικῆς της Σχολῆς, ποὺ φέρει τὸ ὄνο­μα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.
       Ἂς δοῦμε ὅμως μὲ συντομία, ποιὰ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὰ συγγράμματα τοῦ ἁγίου Ἰωάν­νου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Εἶναι ἐν πρῶτοις γνωστὸν ὅτι συνέγραψε τρεῖς πραγματεῖες ἐναντίον τῶν Ἰακωβιτῶν ἢ Ἀκεφάλων, τοὺς ὁποίους σημειωτέον ἀδιστάκτως ἀπο­καλεῖ Μονοφυσίτας. Ἡ πρώτη ἔχει τίτλο "Περὶ συνθέτου φύσεως, κατὰ Ἀκεφάλων"2, ἡ δεύτερη, κατὰ πολὺ ἐκτενέστερη τῆς πρώτης, συνεγράφη κατ' ἐντολὴν τοῦ πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου μὲ τίτλον "Τόμος ὡς ἐκ προσώπου Πέτρου τοῦ ἁγιωτάτου ἐπισκόπου Δαμασκοῦ, πρὸς τὸν ἐπίσκοπον δῆθεν τοῦ Δαραίας τὸν Ἰακωβίτην"3. Ἡ τρίτη μὲ τίτλο "Ἐπιστολὴ πρὸς Ἰωάννην ἀρχιμανδρίτην, Περὶ τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου"4 ἀνα­λύει τὸν τριαδολογικὸ χαρακτήρα τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου ἐναντίον τοῦ περιορισμοῦ του μόνον στὸν Χριστό, ὅπως πράττουν οἱ Μονοφυσῖται, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν προσθήκη τῆς θεοπασχιτικῆς φράσεως "ὁ σταυρωθεὶς δι' ἡμᾶς". Ὁ περιορίζων τὸν Τρισάγιο Ὕμνο σὲ ἕνα πρόόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος "κοινωνὸς ἔστι τῆς τοῦ Κναφέως τοῦ βαναύσου σκαιότητος", συντελεῖ δὲ "τὴν ἐκ τοῦ Κναφέως κακῶς ἐπεισφρήσασαν λύμην πάντας ἄρδην καταλυμήνασθαι"5. Πρόκειται περὶ τοῦ εἰσαγαγόντος τὴν προσθήκη στὸν Τρισάγιο Ὕμνο πατριάρχου Ἀλε­ξανδρείας Πέτρου Γναφέως. Συνέγραψε ἐπίσης καὶ πρα­γματεία ἐναντίον τοῦ Μονοθελητισμοῦ, ὅπου ὅμως ἀνα­φέρεται καὶ στοὺς Μονοφυσίτας. Ὁ τίτλος τῆς εἶναι"Περὶ τῶν ἐν τῷ Χριστῷ δύο θελημάτων καὶ ἐνεργειῶν καὶ λοιπῶν φυσικῶν ἰδιωμάτων ἐξ ἐπιδρομῆς δὲ καὶ πε­ρὶ δύο φύσεων καὶ μιᾶς ὑποστάσεως"6. Βασικὲς ἀναφο­ρὲς εὑρίσκομε ἐπίσης στὰ πολὺ γνωστὰ ἔργα του "Περὶ αἱρέσεων ἐν συντομία, ὅθεν ἤρξαντο καὶ πόθεν γεγόνασιν"7 καὶ "Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως"8, ποὺ συναποτελοῦν μαζὶ μὲ τὸ ἔργο "Κεφάλαια Φιλο­σοφικά", τὸ ἑνιαῖο τριμερὲς ἔργο "Πηγὴ γνώσεως". καὶ σὲ ἄλλα ἐπίσης ἔργα ὑπάρχουν κατάσπαρτες ἀναφορὲς εἰς τοὺς Μονοφυσίτας.
       Ἡ ἐπίμαχη φράση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμα­σκηνοῦ, ποὺ τὴν ἐπικαλοῦνται, ὅπως εἴπαμε, συχνὰ ὑπέρ τῆς "Ὀρθοδοξίας" τῶν Ἀντιχαλκηδονίων προέρχεται ἀπὸ τὸ ἔργο "Περὶ αἱρέσεων", ὅπως δὲ χρησιμοποιεῖται ἀποκεκομμένη τῆς συναφείας της λέγει ὅτι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι "προφάσει τῆς ἐν Χαλκηδόνι συνόδου ἑαυτοὺς ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας ἀποσχίσαντες, τὰ δὲ ἄλλα Ὀρθόδοξοι ὑπάρχοντες". Ἐμεῖς θὰ παραθέσουμε κατ' ἀρχὴν ὅλο τὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, τὸ ὁποῖο θὰ σχο­λιάσουμε στὴ συνέχεια, χωρὶς νὰ εἰσέλθουμε, πρὸς τὸ παρόν, στὴν οὐσία τῆς διδασκαλίας του, ποὺ εἶναι τε­λείως ἀντίθετη πρὸς τὰ ὑπογραφέντα κοινὰ κείμενα τοῦ διαλόγου, ὅπως ἀσφαλῶς καὶ ἡ διδασκαλία ἡ κοινὴ ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ἐκφράζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός.
Τὸ κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς9:
«πγ'. Αἰγύπτιοι, οἱ καὶ Σχησματικοί, καὶ Μονοφυσίται· οἱ προφάσει τοῦ ἐν Χαλκηδόνι συντάγματος τοῦ τόπου ἀποσχίσαντες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Αἰγυπτιακοὶ δὲ προσείρηνται, διὰ τὸ πρώτους Αἰγυπτίους κατάρξασθαι τούτου τοῦ σχήματος ἐπὶ Μαρκιανοῦ καὶ Οὐαλεντινιανοῦ τῶν βασιλέων τὰ δὲ ἄλλα πάντα Ὀρθόδοξοι ὑπάρχοντες. Οὖτοι δὲ προσπαθείᾳ τῇ πρὸς τὸν ἐν Ἀλεξανδρεία Διόσκορον, τὸν ὑπὸ τῆς ἐν Χαλκη­δόνι συνόδου καθαιρεθέντα, ὡς τῶν Εὐτυχοῦς δογμάτων συνήγορον ἀντεπάθησαν τῇ συνόδῳ, καὶ μυρίας τόγε ἐπ' αὐτοῖς μέμψεις κατ' αὐτῆς ἀνεπλάσαντο. Ἃς προλαβόντες ἐν τῇ παρούσῃ βίβλῳ ἰκανῶς διελύσαμεν, σκαιοὺς αὐτοὺς καὶ ματαιόφρονας ἀποδείξαντες· ὧν ἀρχηγοὶ Θεοδόσιος ὁ Ἀλεξανδρεύς, ἐξ οὗ Θεοδοσιανοί, Ἰάκω­βος ὁ Σύρος, ἐξ οὗ Ἰακωβῖται. Τούτων οἱ συνίστορες, καὶ βεβαιωταί, καὶ ὑπέρμαχοι, ὁ Σευῆρος ὁ τῆς Ἀντιοχέων φθορεύς, καὶ ὁ τὰ μάταια πονήσας Ἰωάννης ὁ Τριθεΐτης, τὸ τῆς κοινῆς ἀρνούμενοι σωτηρίας μυστήριον. Πολλὰ μὲν τῆς ἐν Χαλκηδόνι θεοπνεύστου τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα Πατέρων διδασκαλίας κατέγραψαν. πολ­λὰ δὲ τοῖς ἀπολλυμένοις πρὸς τῇ ὀλεθρίᾳ αὐτῶν αἱρέσει, καὶ θήρατρα, τὰ δὴ λεγόμενα, καὶ ἐχόμενα τρίβου τεθείκασι σκάνδαλα. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ μερικὰς δογματίζοντες οὐσίας, τὸ τῆς οἰκονομίας συγχέουσι μυστήριον. Ὧν διαλαβεῖν ἐν ἐπιτομὴ τὴν ἀσέβειαν ἐλογισάμεθα δεῖν, παρενθέντες καὶ μικρὰ σχόλια πρὸς ἐλεγμὸν τῆς ἀθέου αὐτῶν καὶ παμμιαρᾶς αἱρέσεως. Τοῦ προασπιστοῦ δὲ αὐτῶν Ἰωάννου, ἐν οἷς μάλιστα ἐναβρύνονται, τὰ δόγματα, μᾶλλον δὲ ληρήματα, παραθήσομαι.»
       Ἡ πρώτη παρατήρηση ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης συγκαταλέγει καὶ ἀριθμεῖ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους μεταξὺ τῶν αἱρετικῶν. Ὁ ἀριθμὸς πγ' (83) ποὺ προηγεῖται τοῦ κειμένου εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῆς αἱρέσεως στὴ σειρὰ ποὺ τὶς παραθέτει. Ἂν πίστευε ὅτι ἦσαν Ὀρθόδοξοι, ἀσφαλῶς δὲν θὰ τοὺς περιελάμβα­νε μεταξὺ τῶν αἱρετικῶν. Ἐμφανῶς ἔπειτα τοὺς ὀνο­μάζει Μονοφυσίτας. "Αἰγύπτιοι, οἱ καὶ Σχηματικοί, καὶ Μονοφυσῖται". Ἔχουν γραφῆ καὶ ἔχουν λεχθῆ τόσα πολλὰ περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι μονοφυσῖται στὴ σύγχρο­νη θεολογικὴ οἰκουμενιστικὴ βιβλιογραφία, ὥστε ὅλοι διστάζομε νὰ χρησιμοποιήσουμε αὐτὸν τὸν ὅρο, ποὺ τείίνει νὰ ἐξαλειφθεῖ. Καὶ ἐρχόμαστε στὴν περιλάλητη ἔκ­φραση· "οἱ προφάσει τοῦ ἐν Χαλκηδόνι συντάγματος τοῦ τόπου ἀποσχίσαντες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας... τὰ δὲ ἄλλα πάντα Ὀρθόδοξοι ὑπάρχοντες". Στὸ πρῶτο τμῆμα τῆς φράσεως λέγεται σαφῶς ὅτι πρόκειται περὶ σχισμα­τικῶν ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. "τοῦ τόπου ἀποσχίσαντες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας". Εἶναι λοιπὸν ἐκτὸς τοῦ χώρου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ αἰτία τῆς ἀποσχίσεώς τους ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλη­σία εἶναι ὁ δογματικὸς ὅρος, τὸ σύνταγμα τῆς Χαλκη­δόνος, καὶ ὄχι οἱ ποικίλοι ἱστορικοὶ καὶ πολιτικοὶ λόγοι ποὺ ψάχνουν νὰ βροῦν οἱ σύγχρονοι θεολόγοι καὶ ἱστορικοὶ ἀκολουθοῦντες μέθοδο μὴ θεολογική, παντελῶς ξένη πρὸς τὴν πατερικὴ μέθοδο καὶ τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας· "προφάσει τοῦ ἐν Χαλκηδόνι συντάγματος". Ἡ χρήση τοῦ προφάσει ἐκ μέρους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ἐπιβαρύνει τὴν θέση τῶν Ἀντιχαλκηδονίων καὶ ἐνισχύει τὴν αὐθεντία καὶ τὸ κῦρος τῆς Δ' ἐν Χαλ­κηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Μὲ ἄλλα λόγια θέλει νὰ πεῖ ὅτι ἡ πίστη τῆς Χαλκηδόνος εἶναι σαφέστατη καὶ κρυστάλλινη καὶ δὲν χρειάζεται ἐρμηνεῖες καὶ ἐξηγήσεις, ὅπως κάνομε σήμερα στὸ διάλογο. ἡ ἀπόρριψή της εἶναι πρόφαση γιὰ νὰ προχωρήσουν στὸ σχῖσμα καὶ στὴ διαίρεση, ὅπου τοὺς ὁδηγεῖ ἡ διαφορετικὴ πρὸς τὸν ὅρο τῆς Χαλκηδόνος πίστη τους.
     Ποιὸ εἶναι τότε τὸ νόημα τοῦ δευτέρου μέρους τῆς φράσεως "τὰ δὲ ἄλλα πάντα Ὀρθόδοξοι ὑπάρχοντες", ποὺ προκαλεῖ σύγχυση; Ἁπλούστατα ὁ ἅγιος Ἰωάν­νης ὁ Δαμασκηνὸς ἀντιπαραθέτει στὸ μεγάλο θεολογι­κὸ ὀλίσθημα τῆς ἀπορρίψεως τῆς Χαλκηδόνος, ποὺ θέτει τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς Ἐκκλη­σίας, τὴν ἐκ μέρους τους διατήρηση στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλη­σίας ἀλλὰ καὶ στὰ λοιπὰ τῆς πίστεως διδασκαλιῶν, λει­τουργικῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα εἶναι Ὀρθόδοξοι, συμφωνοῦν δηλαδὴ μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Καθο­λικῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ἡ ἑνότης προ­ϋποθέτει ἑνότητα στὴν πίστη, στὴν λατρεία καὶ στὴ δι­οίκηση, ἰδιαίτερα μάλιστα στὰ θέματα πίστεως ἡ ἑνότης ἐξικνεῖται μέχρι καὶ τῶν μικρῶν, διότι λόγω τῆς συνοχῆς καὶ ἀλληλουχίας καὶ τοῦ ἐσωτάτου δεσμοῦ τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως "ὁ καὶ μικρὸν λυμαινόμενος τὸ πᾶν λυμαίνεται". καὶ ἀσφαλῶς τὸ δόγμα τῆς Χαλκη­δόνος περὶ τῆς ὑποστατικῆς τῶν δύο φύσεων ἑνώσεως ἐν τῷ ἑνὶ προσώπῳ τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ θεμελιακὴ δο­γματικὴ διδασκαλία, ἡ ἀπόρριψη τῆς ὁποίας συνιστᾶ ἐμφανὴ αἵρεση, ἔστω καὶ ἂν οἱ ἀπορρίπτοντες ὡς πρὸς "τὰ ἄλλα πάντα Ὀρθόδοξοί εἰσι". Αὐτὴ εἶναι ἡ θέση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ποὺ προσεπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν συνέχεια τοῦ παραθέματος καὶ ἀπὸ ἄλλες του θέσεις. Πρὶν ὅμως προχωρήσουμε σ' αὐτά, πρέπει ἐδῶ στὴ συνάφεια νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὸ ποὺ λέγε­ται γιὰ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸ πεῖ καὶ γιὰ τοὺς Ἀρειανοὺς ἢ τοὺς Εἰκονομάχους· ὅτι δηλαδὴ ἀποσχίσθηκαν οἱ πρῶτοι "προφάσει τοῦ ἐν Νικαία Α' συντάγματος", οἱ δὲ δεύτεροι "προφάσει τοῦ ἐν Νικαία Β' συντάγματος", "τὰ δὲ λοιπὰ Ὀρθόδοξοι ὑπάρχοντες". Θὰ μποῦμε λοιπὸν σ' αὐτὴ τὴ λογικὴ τοῦ πόσα καὶ ποιὰ καὶ ἀπὸ ποιὰ σύνοδο θεσπισθέντα ἀπορρίπτουν οἱ αἱρετικοί, γιὰ νὰ τοὺς μεταβάλλουμε σὲ Ὀρθοδόξους, γκρεμίζοντας σιγὰ-σιγὰ τὰ ἀμετακίνητα ὅρια "ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν", καὶ διαιρώντας διαχρονι­κὰ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ "σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις", ἐν ὄψει μιᾶς μὴ σαφοῦς καὶ ἐν μετανοία ἐπιστροφῆς ἀλλὰ θολῆς καὶ ἀσαφοῦς ὁμολογίας τῶν Ἀντιχαλκηδονίων;
       Ἡ συνέχεια τοῦ παραθέματος εἶναι πολὺ πιὸ ἐνδια­φέρουσα. Οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἐκτιμοῦν πολὺ τὸν Διόσκορο, ὁ ὁποῖος καθαιρέθηκε ἀπὸ τὴν σύνοδο τῆς Χαλ­κηδόνος, ἐπειδὴ συνηγόρησε στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐτυχοῦς. Ἔπλασαν γι' αὐτὸ μύριες κατηγορίες ἐναντίον τῆς συνόδου, τὶς ὁποῖες ὅμως ἤδη τὶς διαλύσαμε "σκαιοὺς αὐτοὺς καὶ ματαιόφρονας ἀποδείξαντες". Ἀναφέρεται ὁ ἅγιος Ἰωάννης στὰ εἰδικὰ ἔργα τοῦ ἐναντίον τῶν Ἰακωβιτῶν τὰ ὁποῖα ἐμνημονεύσαμε. Ἀρχηγοί τους εἶναι ὁ Θεο­δόσιος ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια, γι' αὐτὸ ὀνομάζονται καὶ Θεοδοσιανοί, καὶ ὁ Σύρος Ἰάκωβος, ἐξ οὑ καὶ Ἰακωβῖται. Σύμμαχοι καὶ ὑπέρμαχοι ὅλων αὐτῶν εἶναι ὁ Σευῆρος, "ὁ τῆς Ἀντιοχέων φθορεὺς" καὶ ὁ Ἰωάννης Φιλόπονος, ὁ Τριθεΐτης, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ διδασκαλία τους ἀρνοῦνται τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας· "τὸ τῆς κοινῆς ἀρνούμενοι σωτηρίας μυστήριον". Ἔγραψαν πολλὰ ἐναντίον τῆς "θεοπνεύστου τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα Πατέρων διδασκαλίας", καὶ παρέσυραν καὶ κατέστρεψαν πολλοὺς στὴν "ὀλέθριά τους αἵρεση" .
  Ἡ σύντομη ἀναφορὰ στὴν ἀσεβὴ διδασκαλία τους καὶ τὰ παρεμβαλλόμενα μικρὰ σχόλια ἔγιναν πρὸς ἔλεγ­χο "τῆς ἀθέου αὐτῶν καὶ παμμιαρᾶς αἱρέσεως".
      Μεταφερόμενα αὐτὰ στὴν σύγχρονη θεολογικὴ πρα­γματικότητα σημαίνουν τὰ ἑξῆς. Δὲν ἀμφιβάλλει ὁ ἅγιος Ἰωάννης γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς καταδίκης τοῦ Διοσκόρου, ποὺ τὸν ἀθωώνουν πλέον καὶ πολλοὶ Ὀρθόδοξοι, διότι συνηγόρησεν ἐν συνόδῳ στὴν αἵρεση τοῦ Εὐτυχοῦς. Τὸ "οὐ διὰ πίστιν καθηρέθη Διόσκουρος", ποὺ εἶπεν ὁ πατριάρχης Ἀνατόλιος καὶ ποὺ ἔγινε στὸ διάλογο σύνθημα ὅπως καὶ τὸ "τὰ δὲ ἄλλα πάντα Ὀρθόδοξοι ὑπάρχοντες" δὲν σημαίνει ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἡ Ὀρθοδοξία του, ἀλλὰ ἁπλῶς, ἐπειδή, κληθεὶς νὰ ἔλθει στὴ σύνοδο, δὲν ἦλθε, καθαιρέθηκε γιὰ τὸ κανονικὸ του αὐτὸ παράπτωμα καὶ "οὐ διὰ πίστιν", ὅπως φαίνεται σαφέστατα αὐτὸ στὸ ἐν ὑποσημειώσει παρατιθέμενο ἐνταῦθα σχόλιο τοῦ Λεοντίου. Ἂν ἐρχόταν ὅμως θὰ καθηρεῖτο διὰ πίστιν, διότι ἦτο αἱρετικός10.
       Οἱ ἐπιφυλάξεις καὶ οἱ κατηγορίες τῶν Ἀντιχαλκηδονίων ἐναντίον τῆς Χαλκηδόνος ἀπορρίπτονται ἀπὸ τὸν Άγιο Ἰωάννη ἀσυζητητὶ ὡς ἀβάσιμες. Στὸν διάλογο τὸν σημερινὸ προσπαθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ ἐρμηνεύσουν καὶ νὰ δικαιολογήσουν τὴν σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος υἱο­θετώντας ἐν πολλοῖς τὶς αἰτιάσεις τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, ἰδιαίτερα δὲ τὸ μένος τους ἐναντίον τοῦ ἁγίου Λέέοντος πάπα Ρώμης, ὁ ὁποῖος δῆθεν παρέσυρε τὴ σύνοδο στὶς δικές του θέσεις τὶς νεστοριανίζουσες, διέσπασε τοὺς Ἀνατολικοὺς καὶ εὐθύνεται καθ' ὁλοκληρίαν γιὰ τὸ σχῖσμα καὶ τὴ διαίρεση τοῦ ἀνατολικοῦ κόσμου, ποὺ τώρα προσπαθεῖ ὁ διάλογος νὰ διορθώσει καὶ νὰ θεραπεύσει. Συνέπεια τῆς υἱοθετήσεως αὐτῆς τῆς ἐναντίον τοῦ ἁγί­ου Λέοντος καταφορᾶς εἶναι ἡ καταβαλλομένη ἀκόμη καὶ σὲ ἐπὶπεδο θεολογικῆς ἐρεύνης προσπάθεια νὰ ἀποδειχθεῖ ὁ "Κυρίλλειος χαρακτὴρ" τοῦ ὅρου τῆς Χαλ­κηδόνος, καὶ νὰ ἀποξενωθεῖ ὁ ἅγιος Λέων ἀπὸ τὶς ἀπο­φάσεις τῆς Συνόδου, ὥστε ἔτσι νὰ γίνουν ἀποδεκτὲς ἀπὸ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους.
     Αὐτὴ μάλιστα ἡ πρωτοφανὴς καὶ μοναδικὴ στὴν ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας υἱοθέτηση κατηγο­ριῶν τῶν αἱρετικῶν ἐναντίον τῶν πρωταγωνιστῶν καὶ ὑπερμάχων τῆς πίστεως, ἐν οἷς μέγας καὶ ὀρθοδοξότατος καὶ στῦλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ πύργος εὐσεβείας καὶ πρόβολος εἶναι καὶ ὁ ἅγιος Λέων11, ὁδήγησε μέχρι τοῦ σημείου νὰ διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Λέων δὲν ἐνδια­φέρει τὸν διάλογο Ὀρθοδόξων καὶ Ἀντιχαλκηδονίων, ἀλλὰ Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Ἀντιχαλκηδονίων. Ἡ πίστις ὅμως τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας εἶναι καθολικὴ καὶ ὅπως πίστευε ἡ Ρώμη, πίστευε καὶ ἡ Κωνσταντινούπο­λη καὶ ἡ Ἀλεξάνδρεια καὶ ἡ Ἀντιόχεια καὶ ἀντιστρόφως ὅπως πίστευε ἡ μικρότερη ἐπισκοπὴ καὶ ἐνορία πίίστευαν καὶ τὰ μεγάλα Ἐκκλησιαστικὰ κέντρα, ἐνδιαφέρει ἐπομένως ὅλους. Ἀλλοίμονο ἂν μεταφέρουμε τὶς με­τὰ τὸ σχῖσμα καταστάσεις, στὴν πρὸ τοῦ σχίσματος ἐπο­χὴ καὶ καταστήσουμε ὑπευθύνους τῆς ἰδικῆς μας ἀναξιότητος τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας.
       Ὁ χωρισμὸς καὶ ἡ διαίρεση καὶ ἡ ἀπόσχιση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ση­μαίνει στέρηση τῆς δυνατότητος σωτηρίας.
Οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι μὲ τὴ διδασκαλία τους ἀρνοῦνται "τὸ τῆς κοινῆς σωτηρίας μυστήριον". Οἱ παρασυρθέντες καὶ πα­ρασυρόμενοι στὴν αἵρεσή τους, ὅπως καὶ σὲ κάθε αἵρε­ση, ἀπόλλυνται, χάνουν τὴν σωτηρία, ὁδηγοῦνται στὴν ἀπώλεια. Καὶ ἐνῶ ὅλοι δεχόμαστε καὶ διδάσκομε ὅτι πυρήνας καὶ στόχος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας καὶ τῶν ἀγώνων τῶν ἁγίων καὶ τῶν Πατέρων δὲν ἦταν οἱ φιλολογικὲς καὶ ἐρμηνευτικὲς διαμάχες καὶ οἱ ἐννοιο­λογικὲς διασαφήσεις, ἀλλὰ ἡ ἐξασφάλιση τῆς δυνατότητος σωτηρίας ποὺ τὴν καταστρέφουν οἱ αἱρέσεις, καὶ γι' αὐτὸ γίνεται ὅλος ὁ ἀγώνας, ὄχι γιὰ τὴν νίκη αὐτῆς ἢ τῆς ἄλλης γνώμης, ἀλλὰ γιὰ νὰ μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ σώζονται, στοὺς σημερινοὺς θεολογικοὺς διαλόγους τείνει νὰ κυριαρχήσει ἡ θέση ὅτι ὅλοι ἀποτελοῦμε Ἐκκλη­σίες καὶ ὅλοι σώζονται μέσα σ' αὐτὲς τὶς Ἐκκλησίες, εἴμα­στε ἀδελφὲς Ἐκκλησὶες ἢ οἰκογένειες Ἐκκλησιῶν ποὺ δὲν ἔχομε μεγάλες διαφορὲς στὴν πίστη, ἁπλῶς δὲν συνεν­νοούμαστε στὴν ὁρολογία καὶ ἐρμηνεύομε διαφορετικὰ μερικὰ πράγματα.
Γι' αὐτὸ δίνομε μερικὲς ἐξηγήσεις γι' αὐτὲς τὶς διαφορές, καὶ παραμένει ὁ καθένας στὰ δι­κὰ του, οἱ Ἀνατολικοὶ Ὀρθόδοξοι, δηλαδὴ οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι, μποροῦν νὰ διατηροῦν τὴν παραδοσιακὴ γι' αὐτοὺς Κυρίλλειο ὁρολογία περὶ τῆς μιᾶς φύσεως τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου, οἱ δὲ Ὀρθόδοξοι, ἐμεῖς δηλαδή, δικαιούμαστε νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴν διατύπωση δυὸ φύσεις, ὅπως λέγουν τὰ κείμενα τοῦ Διαλόγου12. Καμμία ἐπίπτωση δὲν ἔχουν αὐτά, οὔτε εἶχαν μέχρι τώρα στὴ σωτηρία, καὶ ἔκαναν λάθος οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ποὺ βλέπουν τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους νὰ χάνονται στὴν αἵρεση, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, καὶ προσπαθοῦν ὄχι νὰ τοὺς κολακεύσουν ἀλλὰ νὰ τοὺς ἐπιστρέψουν στὴν αὐλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ διεξάγοντες τὸν διάλογο σήμερα ἀντιθέτως γράφουν "Κατενοήσαμεν τώρα σαφῶς ὅτι ἀμφότεραι αἱ οἰκογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστῶς τὴν αὐτὴν αὐθεντικὴν Ὀρθόδοξον Χριστολογικὴν πίστιν καὶ τὴν ἀδιάκοπον συνέχειαν τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως, καίτοι ἐχρησιμοποίησαν χριστολογικοὺς ὅρους κατὰ διάφορον τρόπον"13.
 Ἐπιλεγόμενα.
       Εἴχαμε τὴν πρόθεση νὰ παραθέσουμε καὶ νὰ σχο­λιάσουμε κείμενα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκη­νοῦ καὶ ἀπὸ τὰ εἰδικὰ ἐναντίον τῶν Ἀντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτῶν ἔργα του, γιὰ νὰ δείξουμε ὅτι δέν ἀντα­ποκρίνεται στὰ πράγματα ἡ ἐπίκλησή του ὡς μάρτυρος ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας τους. Αὐτὸ ὅμως φάνηκε σαφέστατα καὶ ἀπὸ μόνο τὸ παράθεμα ἀπὸ τὸ ἔργο του Κα­τὰ αἱρέσεων. Πράγματι ἡ ὅλη εἰκόνα ποὺ ἀποκομίζει κανεὶς ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν συγγραμμάτων του ἀποδίδε­ται "ἐν ἐπιτομὴ" ἄριστα σ' αὐτό, ὅπως ὁ ἴδιος λέγει, καὶ ἐλέγχεται ἡ "ἄθεος αὐτῶν καὶ παμμιαρὰ αἵρεσις", ἐντὸς τῆς ὁποίας χάνουν τὴν σωτηρία τους οἱ εὑρισκόμενοι. Κατόπιν αὐτῶν εἶναι ἐμφανὲς πόσο Ὀρθόδοξοι εἶναι οἱ Ἀνατολικοὶ "Ὀρθόδοξοι" καὶ πόση αἰσιοδοξία πρέπει νὰ ὑπάρχει γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῆς ἑνώσεώς τους μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐφ' ὅσον ἐξακολουθοῦμε νὰ πι­στεύουμε ὅτι ὁ ἅγιος τῆς Δαμασκοῦ, τὸ καύχημα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας, εἶναι τὸ στόμα τῆς Ἐκκλη­σίας, ἡ φωνὴ τῶν Πατέρων καὶ τῶν Συνόδων.
……………………………………………………….
  • 1.      Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 2, 82 (Ἀπολογητικὸς τῆς εἰς Πόντον φυγῆς). τοῦ αὐτοῦ, Λόγος 6, 11 (Εἰρηνικὸς 1): "Κρείσσων γὰρ ἐμπαθοῦς ὁμονοίας ἡ ὑπὲρ εὐσεβείας διάστασις". Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον ὁμιλία 35,1: "τοῦτο μάλιστα εἰρήνη, ὅταν τὸ νενοσηκὸς ἀποτέμνηται... Οὔτω καὶ ἐπὶ τοῦ πύργου γέγονεν ἐκείνου· τὴν γὰρ κακὴν εἰρήνην ἡ καλὴ διαφωνία ἔλυσε καὶ ἐποίησε εἰρήνην". Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου, Ἐπιστολὴ 4, 36, Πέτρῳ Μοναχῷ PG 78,1088CD: "Ἔστιν, ὦ σοφέ, καὶ πόλεμος εὐαγής καὶ εἰρήνη πάσης ἀσπόνδου μάχης ἀργαλεωτέρα, κατὰ τὸ ἐζήλωσα ἐπὶ τοῖς ἀνόμοις, εἰρήνην ἁμαρτωλῶν θεωρών (Ψαλμ. 72,3)".
  • 2.      PG 95,112-125.
  • 3.      PG 94,1436-1501.
  • 4.      PG 95,21-61.
  • 5.      Αυτόθι 95, 24, 57.
  • 6.      PG 95,128-185.
  • 7.      PG 94,677-780.
  • 8.      PG 94,789-1228.
  • 9.      PG94, 741-744.
  • 10.   Βλ. Doctrina Patrum de incarnatione Verbi, 21981, 177-179: Λέγουσιν, ὅτι οὐ δεῖ δέξασθαι τὴν ἐν Χαλκηδόνι σύνοδον, διότι οἱ ἐν αὐτῇ συναχθέντες παλίμβουλοι ἦσαν καὶ ἀλλόκοτοι. Οἱ αὐτοὶ γὰρ καὶ ἐν Βυζαντίῳ τὸν Εὐτυχὴ καθεῖλον καὶ ἐν Ἐφέσῳ τοῦτον ἐδέξαντο μετὰ Διοσκόρου ἀποβαλλόμενοι Φλαβιανόν, καὶ πάλιν οἱ αὐτοὶ ἐν Χαλκηδόνι Φλαβιανὸν μὲν ἐδέξαντο, τὸν δὲ Διόσκορον ἀπεβάλοντο. πρὸς τοῦτο λέγομεν, ὅτι οὐ δεῖ λογίζεσθαι τὰ ἀνθρώπινα. Πολλοὶ γὰρ πολλάκις τοῦτο φαίνονται πεπονθότες, ἴσως καὶ τῶν δοκούντων. Πλὴν εἰ καὶ πέντε ἢ πλείους ἢ καὶ τριάκοντα ἀπὸ τῶν χλ' ἐφάνησαν παλίμβουλοι, ὥς φατε, οὐ διὰ τοῦτο χρῆ ἑξα­κοσίων ἀνδρῶν σύνοδον ἀποβάλλεσθαι, ὅπου γὲ οἱ αὐτοὶ καὶ ἐν Ἐφέσω συνήδρευσαν μετὰ Διοσκόρου, καὶ οὐ διὰ τούτους ἀποβάλλεσθε τὴν τοιαύτην σύνοδον. Πάλιν λέγουσιν, ὅτι εἰ κατὰ τὴν φωνὴν Ἀνατολίου τοῦ Κωνσταντινουπόλεως οὐ διὰ πίστιν καθηρέθη Διόσκορος, τί μὴ δέχεσθε αὐτόν; καὶ λέγομεν, ὅτι ἐπ' ἀληθείας οὐ διὰ πίίστιν καθηρέθη. Διὰ τοῦτο γὰρ οὐ συνῆλθεν ἐν τῇ συνόδῳ, ἵνα μὴ ζητηθῆ τὰ κατ' αὐτὸν. εἰ δὲ ἀνῆλθε καὶ ζήτησις γέγονε, καὶ ὡς αἱρετικὸς καθηρεῖτο· καὶ γὰρ ἦν. ἐπειδὴ δὲ κληθεὶς ἐκ τρίτου οὐ παρεγένετο καὶ ταύτην ἐποιήσαντο αἰτίαν τῆς καθαιρέσεως αὐτοῦ, τοῦτου, ἕνεκα εἶπεν ὁ Ἀνατόλιος, ὅτι οὐ διὰ πίστιν καθηρέθη. Πάλιν λέγουσιν, ὅτι αἱρετικοὺς ἐδέξατο ἡ αὐτὴ σύνοδος καὶ οὐ δεῖ δέξασθαι αὐτὴν. φασὶ δὲ περὶ Θεοδωρήτου καὶ Ἴβα. Καὶ λέγομεν, ὅτι οὐ πρότερον ἐδέξατο αὐτούς, ἕως ἀνεθεμάτισαν Νεστόριον. 
       Ἀλλὰ πάλιν ἀποροῦσιν, ὅτι διὰ τί μὴ ἀπήτησαν Θεοδώρητον ἀναθεματίσαι τὰ ἰδικὰ συγγράμματα τὰ κατὰ Κυρίλ­λου; καὶ λέγομεν πρὸς τοῦτο ὅτι οὐκ ἔδει αὐτοὺς τῇ συνόδῳ τοῦτο ἐγκαλέσαι, ἀλλὰ τῷ ἁγίῳ Κυρίλλῳ. Κοινωνίαν γὰρ ποιήσας πρὸς τοὺς ἀνατολικοὺς καὶ πρὸς αὐτὸν Θεοδώρητον οὐκ ἀπήτησεν αὐτὸν ἀναθεματίσαι τὰ οἰκεῖα συντάγματα. Ὁ οὖν οὐκ ἐποίησεν ὁ ἅγιος Κύριλλος, ἡ σύνοδος μὴ ποιήσασα ἐγκαλεῖσθαι οὐκ ὤφειλε. Καίτοι ὅ οὐκ ἐποίησεν ἐκεῖνος, ἐποίησεν αὕτη ἀπαιτήσασα αὐτὸν ἀναθεματίσαι Νεστόριον. Εἰ δὲ καὶ θῶμεν, ὅτι αἱρετικοὶ ἦσαν, οὐδὲ οὔτως ἡ σύνοδος διὰ τούτους ἀπὸβλητος. Ἰδοὺ γὰρ καὶ ἡ ἐν Νικαίᾳ ἐδέξατο ἑπτὰ αἱρε­τικοὺς καὶ πρὸς τούτου Ἀρειανοὺς καὶ μετὰ ταῦτα ἐπιμείναντας τῇ αἱρέσει, καὶ οὐ διὰ τοῦτο λέγεται ἡ σύνοδος τῶν τια', ἀλλὰ τῶν τιη'. Ὅπου γὲ καὶ Ἰουβενάλιος ὁ Ἱεροσολύμων καὶ ἄλλοι ἰκανοὶ ἐπίσκοποι εἰς τὴν ἐν Ἐφέσῳ σύνοδον εὑρεθέντες μετὰ Διοσκόρου εὑρέθησαν ἐν Χαλκηδόνι, καὶ οὐ διὰ τοῦτο ἀποβάλλονται ἐκεῖνοι τὴν σύνοδον ἐκείνην, ἀλλὰ καὶ ἀσπάζονται.
  • 11.   Βλέπε τὴν ἀκολουθία τοῦ ἁγίου στὶς 18 Φεβρουαρίου
  • 12.   Δευτέρα κοινὴ Δήλωσις καὶ προτάσεις πρὸς τὰς Ἐκκλησίας τῆς Μεικτῆς ἐπὶ τοῦ Διαλόγου Ἐπιτροπῆς (Γενεύη, Σεπτέμβριος 1990).
  • 13.   Αὐτόθι.

 ΠΗΓΗ: Ἡ "Ὀρθοδοξία" τῶν Ἀντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτῶν Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ Σειρὰ "καιρὸς" Θέματα Ἐκκλ. Ἐπικαιρότητος ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1994 – Από theodromia.gr