μήνυμα

μήνυμα

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ ΤΑΝΚΣ



 

του Νεκτάριου Δαπέργολα

Διδάκτορος Ιστορίας

 

     Όσα συνέβησαν την περασμένη Παρασκευή στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν παρά μία ακόμη (αλλά πάντως εξαιρετικά εμφατική) επιβεβαίωση όσων ήδη γνωρίζαμε: ότι η πατρίδα βρίσκεται στα νύχια ενός ανεκδιήγητου εσμού, από τον οποίο είναι πολύ δύσκολο να γλιτώσει. Ένας εσμός, που δεν έχει απλώς αβυσσαλέο μίσος προς οτιδήποτε ελληνικό, αλλά και που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτε. Που έχει σκοπό όχι μόνο να κρατηθεί όσο περισσότερο γίνεται στην εξουσία, αλλά και να εκτελέσει πάση θυσία το «συμβόλαιο θανάτου» της Ελλάδας, αυτό που τους διέταξαν τα ξένα τους αφεντικά, αλλά και που τους επιβάλλει και η ίδια η ακραία αντίχριστη και μισελληνική τους ψύχωση. Συμβόλαιο δηλαδή που δεν το εκτελούν εκόντες άκοντες, επειδή είναι πιεσμένοι ή εξαναγκασμένοι, αλλά με τυφλή αφοσίωση και διαστροφική ηδονή. Και προκειμένου ο συγκεκριμένος συρφετός να εκτελέσει το εν λόγω συμβόλαιο σε όλα του τα επιμέρους σημεία (από τον εδαφικό ακρωτηριασμό της χώρας έως τον μαζικό της λαθροεποικισμό και τη θεσμοθέτηση-εμπέδωση κάθε άλλης νεοταξικής διαστροφής), είναι πλέον προφανές πως δεν θα διστάσει να βγάλει ακόμη και τα τανκς στους δρόμους, δεν θα διστάσει να ενεργοποιήσει με όλο και πιο εντατικό τρόπο όλους τους κρατικούς και παρακρατικούς του μηχανισμούς (από τα ΜΑΤ μέχρι τους νεοταξικούς στρατούς των κουκουλοφόρων φασιστοειδών με την ακροαριστερή προβιά), δεν θα διστάσει να πνίξει σε ποτάμια αίματος ακόμη και την πλέον φιλειρηνική αντίδραση. Στόχος τους είναι μέσα από τεχνητές προκλήσεις να φέρουν τα πράγματα στο απροχώρητο, να προκαλέσουν διχασμό, να τσακίσουν με επιδείξεις φασιστικής ισχύος κάθε υποψία αντίδρασης, να μακελέψουν (ηθικά αλλά και σωματικά) κάθε Έλληνα που αρνείται να μετάσχει στην αθλιότητά τους.

      Το ερώτημα λοιπόν είναι και πάλι «τι κάνουμε εμείς». Πραγματικό διχασμό φυσικά είναι ανίκανοι να σπείρουν (όπως π.χ. συνέβη παλαιότερα στην ελληνική Ιστορία, όπου οι αιτίες ήταν βαθύτερες), καθώς ελάχιστο μέρος του λαού συμμερίζεται την τόσο σοκαριστικά ανθελληνική αυτή μπόχα της φάρας τους (τόσο ελάχιστο που, όπως αποδείχθηκε πάλι τις προάλλες στο Παλέ ντε Σπορ, ούτε με γκεμπελίστικα τηλεοπτικά τερτίπια μπορούν πλέον να το κρύψουν). Το πρόβλημα φυσικά είναι άλλο: ότι η πλειονότητα του λαού βρίσκεται εδώ και καιρό σε τόσο παθητική κατάντια που θεωρείται μάλλον αδιανόητο πια ότι θα αντιδράσει. Εδώ και χρόνια ομολογούμε και επισημαίνουμε (σε πείσμα των υπεραισιόδοξων) ότι το σημείο βρασμού της ελληνικής κοινωνίας έχει αυξηθεί κατά πολύ, αλλά παρά ταύτα ελπίζαμε ότι, έστω κι έτσι, κάπου ακόμα υπάρχει. Ότι υπάρχουν δηλαδή ακόμη κάποια όρια, που όταν τα υπερβεί, ο κόσμος θα οργιστεί, θα αντιδράσει, θα ξεσπάσει. Τώρα πια, προσωπικά δεν είμαι καθόλου σίγουρος: η πατρίδα πραγματικά ξεπουλιέται και διαλύεται και πλην ολίγων, οι περισσότεροι συνεχίζουν να ζουν σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, με τα κεφάλια τους βαθιά χωμένα στην άμμο. Όχι να βγουν στους δρόμους και να βάλουν τα κορμιά τους απέναντι στις φασιστικές δυνάμεις καταστολής των καθαρμάτων, αλλά ακόμη και σε γκρίνια καφενειακού επιπέδου φοβούνται πια οι πιο πολλοί να προβούν, ακόμη κι αυτή η αστειότητα της ψευτοαντίστασης με σχόλια στο διαδίκτυο τους κάνει να…ιδρώνουν (πόσες φορές άραγε όσοι γράφουμε σε ιστοσελίδες ή σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν ακούσαμε σχόλια του τύπου «συμφωνώ με όσα γράφεις, αλλά δεν σχολιάζω, ούτε και κάνω…like, για να μην εκτεθώ»;). Ναι, εκεί καταντήσαμε. Ακόμη και αυτή η γελοιότητα των like να θεωρείται από κάποιους αιτία έκθεσης και πηγή κινδύνου. Από τους ίδιους ακριβώς, που οι παππούδες τους πήγαιναν στον πόλεμο τραγουδώντας και θεωρώντας ως ύψιστη τιμή να πεθάνουν για την πατρίδα.

      Και έτσι, ακόμη και η ανάρτηση κειμένων, ως απόπειρα ανάλυσης αλλά και εμψύχωσης, κατάντησε κι αυτή να φαντάζει εντέλει ανόητη πλέον ματαιοπονία. Ενώ, για να εξηγηθούμε, στην πραγματικότητα και υπό άλλες συνθήκες δεν θα ήταν καθόλου. Απέναντι στη χούντα των στημένων βοθροκάναλων, το διαδίκτυο - παρόλα τα κουσούρια του - είναι ο μόνος ίσως χώρος ελεύθερης επικοινωνίας και κοινοποίησης ιδεών που έχει πλέον απομείνει. Θα μπορούσε να παίξει καταλυτικό ρόλο στο ξύπνημα συνειδήσεων και στην κινητοποίηση δυνάμεων (όπως παίζει ήδη αλλού, π.χ. στην κοσμογονία που εκτυλίσσεται αυτές τις μέρες στο Παρίσι). Στο Παρίσι βέβαια που ξεσηκώνονται για το ένα χιλιοστό όσων περνάμε εμείς εδώ από τους κυβερνώντες σταλινοφασίστες. Εδώ όμως αποδεικνύεται και πάλι ότι οι φόβοι που πολλοί εκφράζαμε σχετικά με το πόσο βαθύς είναι ο εκμαυλισμός, πόσο απόλυτη η εξηλιθίωση και πόσο εκτεταμένη η φοβική παράλυση της ελληνικής κοινωνίας μετά από 4 πνιγηρές δεκαετίες μεταπολιτευτικής αθλιότητας, ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα. Κι ακόμη περισσότερο, δυστυχώς.

      Για να το κλείσουμε. Δεν παριστάνουμε τους παντογνώστες, δεν υποκρινόμαστε τους ατρόμητους (ώστε να κουνάμε το δάχτυλο στους άλλους), ούτε ισχυριζόμαστε πως έχουμε απαντήσεις σε όλα αυτά. Απαντήσεις ψάχνουμε κι εμείς. Εναγωνίως. Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε, υπό αυτές τις συνθήκες και απέναντι σε μία φρικώδη σπείρα που δεν πιστεύει σε τίποτα, που δεν έχει κανένα φραγμό και που ξέρεις πια καλά ότι δεν θα διστάσει να χύσει το αίμα σου ακόμη και για ασήμαντη αφορμή, τη στιγμή μάλιστα που μία συγχορδία τηλεχαφιέδων ή ξεπουλημένων κονδυλοφόρων θα επιχαίρει κι από πάνω για το πόσο «καλά του κάνανε του φασίστα»; Προσεύχεσαι νυχθημερόν, για να μας φωτίσει ο Θεός και να βάλει το χέρι Του; Πρωτίστως, αλλά πόσοι το κάνουν (και το κυριότερο, πόσοι…θυμούνται ακόμη πώς γίνεται); Περιμένεις τις εκλογές, ενώ ξέρεις ότι δεν υπάρχει πολιτική δύναμη να ελπίσεις (εκτιμώντας όμως ότι στην προκείμενη φάση προέχει να ξεκουμπιστεί αυτό το ελεεινό φασιστομόρφωμα από τον σβέρκο μας κι έπειτα…έχει ο Θεός); Περιμένεις επίσης τις εκλογές, ενώ ξέρεις ότι το στημένο παιχνίδι θα είναι πλέον ακόμη πιο στημένο (δεδομένης και της νοθείας με λαθραίους ψηφοφόρους και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ο νους των «πρώτη φορά φασισταριών»); Συνεχίζεις να παλεύεις, φωνάζοντας και γράφοντας, για να ξεσηκώσεις όσους περισσότερους μπορείς; Επικεντρώνεις την προσοχή σου στη μεγάλη μέρα, τότε που το ξεπούλημα της Μακεδονίας θα περνάει από το - λέμε τώρα - ελληνικό κοινοβούλιο, τότε που θα είμαστε όλοι φυσικά απ’ έξω και έτοιμοι (κυριολεκτικά) για όλα; Δεν υπάρχει μία απάντηση. Δεν μπορεί να υπάρξει. Ο καθένας ας απαντήσει μέσα του. Ο καιρός όμως περνά και πρέπει όχι απλά να απαντήσουμε, αλλά και κάπως να συνεννοηθούμε, κάπως να συντονιστούμε. Και κάπως να «εκβιάσουμε» το Θαύμα, χωρίς το οποίο δεν υπάρχει ελπίδα. Πρέπει επιτέλους κάπως να δράσουμε. Ακόμη κι αν μας φοβίζουν τα τανκς, για τα οποία βέβαια προς το παρόν ακόμη μιλάμε μεταφορικά (εννοώντας τη στυγνή καθεστωτική βία που ήδη βιώνουμε). Και τα οποία όμως κάποια στιγμή, όπως πάμε, ίσως ούτε και κυριολεκτικά να μπορέσουμε να τα αποφύγουμε…