μήνυμα

μήνυμα

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

π. Γεώργιος Μεταλληνός

Ερμηνεία του ζ' κανόνος της Β' Οικουμενικής

(Απάντηση εις τον τρόπον επανόδου των κοπτών εις την Ορθοδοξίαν)
πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/gewrgios_metallhnos/confess_one_baptism.htm#01_03

Ο ζ’ της Β’ δίνει κατά τους συγγραφείς μας άμεση απάντηση στο ερώτημα «πως δεκτέον τους αιρετικούς τη Ορθοδοξία προσερχομένους»[92]. Το κανονικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί να ερμηνευθεί ορθώς ο κανόνας αυτός, διαγράφεται από τους κανόνες μς’, μζ’, ν’ και ξη’ αποστολικούς, α’ της Καρχηδόνος, ζ’ και η’ της εν Λαοδικεία, η’ και ιθ’ της Α’ Οικουμενικής, α’, ε’, κ’ και μζ’ του Μ. Βασιλείου, 95ος της Πενθέκτης και νζ’ και π’ της εν Καρθαγένη[93]. Και πρέπει να συνεξετάζεται ο παρών κανόνας μαζί με τον 95ος της Πενθέκτης, ο οποίος «δεν είναι άλλο, πάρεξ μία επανάληψις αυτού»[94].


Ο κανόνας όμως δημιουργεί αρκετές δυσχέρειες στην ερμηνεία του, διότι κατά το γράμμα του αντίκειται σαφώς στην εκκλησιαστική πράξη[95] που διατυπώθηκε κανονικά δια του αγίου Κυπριανού και άλλων Πατέρων, όπως π.χ. του Μ. Βασιλείου, την οποία, καθώς είδαμε, οι θεολόγοι αυτοί δέχονται ως αρχαιοεκκλησιαστική και σύμφωνη με τους Αποστολικούς Κανόνες, και γι’ αυτό ως την μόνη κανονική και απαράβατη. Έτσι εύλογα ο άγ. Νικόδημος θέτει το ερώτημα: Γιατί η Β’ Οικουμενική «δεν απέβαλεν όλων των αιρετικών το βάπτισμα, κατά τους αποστολικούς κανόνας και την περί τον άγιον Κυπριανόν σύνοδον, και όλους τους άλλους μεγάλους και θεοφόρους Πατέρας... αλλά άλλων μεν αιρετικών εδέχθη το βάπτισμα, άλλων δε ουχί;»[96]. Η διάκριση των αιρετικών, σε «βαπτιστέους» και μη, είναι το κέντρο του προβλήματος που δημιουργείται απ’ αυτόν τον κανόνα. Αυτή, κατ’ αρχήν, με βάση τους κανόνες των αγ. Κυπριανού και Μ. Βασιλείου, κρίνεται από τους συγγραφείς μας «πάντη αδόκιμος». Ελέχθη ήδη παραπάνω, ότι κατ’ αυτούς οι αιρετικοί πάσης φύσεως, ευρισκόμενοι εκτός της Εκκλησίας και μη έχοντας καν βάπτισμα, είναι «βαπτιστέοι» χωρίς καμιά εξαίρεση[97].
Αλλά το πρόβλημα καθίσταται ακόμη οξύτερο, διότι η Σύνοδος φάνηκε χαριστική και ελαστική έναντι των «δυσσεβεστέρων» από τους τότε αιρετικούς, δηλ. τους Αρειανούς και Μακεδονιανούς, «αρνουμένων την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» και «βλασφημούντων εις το Πνεύμα το Άγιον»[98]. Έτσι εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως δυσαρμονία μεταξύ των ιερών Συνόδων και των πατερικών κανόνων, διότι δύο Οικουμενικές Σύνοδοι (η Β’ δια του ζ’ κανόνα της και η Πενθέκτη δια του 95ος) έρχονται σ’ αντίθεση όχι μόνον με τους ανωτέρω Πατέρες, αλλά και με τους Αποστολικούς Κανόνες (π.χ. τον μς’), τους οποίους όμως η Πενθέκτη – και μέσω αυτής η Καθολική Εκκλησία – επισφράγισε, και οι οποίοι – κατά τον άγ. Νικόδημο – «προστάσσουν το εναντίον»[99]. Αυτό είναι το δημιουργούμενο, από αυτούς τους κανόνες πρόβλημα.

Στην προσπάθεια να αρθεί η δυσαρμονία αυτή, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι μπορούν να αναθεωρήσουν ή ακυρώσουν τις κανονικές αποφάνσεις των Πατέρων, διότι ουδέποτε «ήκουσται οικουμενικής ή τοπικής ένα τινά προτάττειν»[100]. Η επικύρωση των κανόνων των αγ. Πατέρων δια των Οικουμενικών Συνόδων δεν σημαίνει και την κατάφαση της έτσι, τυχόν, εμφανιζομένης αντιθέσεως, διότι απλούστατα υπερισχύουν οι Σύνοδοι, κατά την γνωστή αρχή «το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται» (Εβρ. 7, 7). Έτσι, υπερισχύουν οι Σύνοδοι, θέτοντας κατά κάποιο τρόπο σε αχρησία τους προ αυτών διατυπωθέντες κανόνες. Άλλωστε και ο ίδιος ο Ζωναράς, αντιμετωπίζοντας την «αντίθεση» μεταξύ του ζ’ της Β’ και του α’ της Καρχηδόνος, δηλ. κατ’ ουσίαν του κανόνος του αγίου Κυπριανού, γράφει: «Εναντία τοίνυν εν τούτω τω κεφαλαίω των δύο συνόδων εισαγουσών, τα της δευτέρας κρατεί συνόδου, και διότι μεταγενεστέρα εστί και διότι οικουμενική, εν η πάντως εκ πάντων των πατριαρχικών θρόνων συνήσαν ή οι πατριάρχαι αυτοί ή οι τοποτηρηταί»[101].

Οι θεολόγοι μας όμως, ζώντας την παράδοση της Εκκλησίας και γνωρίζοντας από άμεση εμπειρία την θέση των αγίων Πατέρων στην ζωή της, δεν μένουν ικανοποιημένοι με την απάντηση αυτή. Δεν δέχονται ούτε την ελάχιστη ασυμφωνία μεταξύ Πατέρων και Συνόδων[102]. Το κύρος των αγίων Πατέρων γίνεται πανηγυρικά δεκτό απ’ όλους τους συγγραφείς, περισσότερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζει η διεξοδική ανάλυση, και στο σημείο αυτό, του Νεοφύτου του Καυσοκαλυβίτου[103].

Κατά τον Νεόφυτο οι Σύνοδοι – και εν προκειμένω η Β’ και η Πενθέκτη Οικουμενικές – δεν καταργούν τους αγίους Πατέρες, που το κύρος των στην Εκκλησία φαίνεται ιδιαίτατα σ’ αυτές τις ίδιες τις Οικουμενικές Συνόδους, των οποίων «η θεολογία και οι αποφάσεις δεν νοούνται χωρίς την θεολογική προσφορά των Πατέρων και Διδασκάλων»[104]. Προσάγει δε χαρακτηριστικά παραδείγματα: Ο ιερός Χρυσόστομος «προετάχθη» της εν Νεοκαισαρεία Συνόδου στον ις’ κανόνα της Πενθέκτης, ο δε Γρηγόριος ο Θεολόγος στον ξδ’ κανόνα της ίδιας Συνόδου. «Τον Μέγαν ωσαύτως Βασίλειον η Ζ’ εν τω ις’ και ιθ’ και κ’, μάρτυρα ων ορίζει παρειληφυία, και αυτή τούτον εαυτής ομολόγως προέταξεν...»[105]. Ιδιαιτέρως του Μ. Βασιλείου αναγνωρίζεται το κύρος σ’ όλες «τας μετ’ αυτόν οικουμενικάς συνόδους»[106]. Συμπεραίνει έτσι ο Νεόφυτος: «Ουκ επ’ αναιρέσει, ων αι οικουμενικαί σύνοδοι ωρίσαντο, προτάττεσθαί φαμεν τους αυταίς μάλλον συντεταγμένους οικουμενικούς διδασκάλους, άπαγε, αλλά δείξαι βουλόμενοι, οπόσον και αυταίς αιδέσιμοι τυγχάνουσι... Και γαρ και αι οικουμενικαί σύνοδοι τοις αγίοις και σοφοίς πατράσιν επιστηρίζονται»[107].

Το συμπέρασμα του Νεοφύτου είναι ότι η Β’ Οικουμενική δεν αγνόησε ή παραμέρισε καθόλου τους προ αυτής αγ. Πατέρες (Κυπριανό, Μ. Αθανάσιο, Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο κ.λπ.), «αποκαλούντας μόλυσμα το βάπτισμα των αιρετικών» και απορρίπτοντες, ως «αδόκιμον», ειδικώς το βάπτισμα των Αρειανών[108]. Τούτο πολύ περισσότερο ισχύει προκειμένου περί της Πενθέκτης, η οποία δεν είναι δυνατόν, αντιφάσκοντας με τον εαυτό της, αφ’ ενός να «επισφραγίζει» και συγχρόνως να ακυρώνει τον κανόνα της Καρχηδόνας, δοθέντος ότι, ενώ «η Β’ εν τω ζ’ παραδραμούσα (= τον κανόνα αυτό), εν ω εκράτει τόπω αυτόν περιέγραψε (= περιόρισε),τούτον η Στ’ εν τω β’ επισφραγίσασα, οικουμενικόν ομολόγως εποίησεν»[109]. Αν λοιπόν ο ζ’ της Β’ και ο 95ος Πενθέκτης φαίνονται να προσδίδουν τοπικό χαρακτήρα στον κανόνα της περί τον Κυπριανό Συνόδου, ο β’ της τελευταίας προσέδωσε σ’ αυτόν οικουμενικό κύρος, διότι «και οι τοπικοί και μερικοί, επισφραγισθέντες υπό της καθολικής, καθολικοί εγένοντο»[110]. Καμιά αξιολογική διάκριση μεταξύ των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας δεν είναι επιτρεπτή[111].

Εφ’ όσον λοιπόν είναι αδύνατον μία Οικουμενική Σύνοδος να αυτοαναιρείται, μένει στον Νεόφυτο η εύλογη απορία: «Ου παύομαι ζητών – λέει – τίνι ποτέ λόγω των επί αιρέσει συνοδικώς και καθηρημένων και της Εκκλησίας εκκηρύκτων, είτ’ ουν αναθεματισθέντων (δηλ. αρειανών και μακεδονιανών)... τούτωνη Στ’ (και συνεπώς και η Β’) τας ατελέστους και πάντη αδέκτους και αποβλήτους κατά τον μς’ αποστολικόν κανόνα τελετάς, τίνι λόγω εδέξαντο, απορώ»[112]. Συνεχίζει δε: «Επί τούτοις εγώ απορώ, οίμαι δε και πας τις των κανονικών, ο δε δυνάμενος εν Κυρίω λυσάτω το άπορον, συμφώνους δεικνύς τας οικουμενικάς συνόδους, οις επεσφράγισαν αποστολικοίς κανόσι και τοις του Μ. Βασιλείου...»[113]. Πρέπει να υπάρχει, άρα, άλλη εξήγηση ως προς τον τρόπο ενεργείας των δύο Οικουμενικών συνόδων, όταν μάλιστα η Πενθέκτη δίχως άλλο «επισφραγίζει» κανόνες, τους οποίους φαίνεται αλλιώς «καταργούσα»[114].

Οι θεολόγοι μας δεν αφήνουν το ερώτημα αναπάντητο. Μολονότι όμως οι απαντήσεις των διατηρούν τον προσωπικό καθενός χαρακτήρα, κι έτσι παραλλάσσουν σε κάποια δευτερεύοντα σημεία, καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα, συνεπεία του κοινού φρονήματός των.

Η στάση της Β’ Συνόδου έναντι των Αρειανών και Μακεδονιανών εξηγείται κατά τον άγ. Νικόδημο, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι η Εκκλησία «έχει δύο κυβερνήσεις και διορθώσεις», την ακρίβεια και την οικονομία. Ενώ «οι Απόστολοι» και οι αρχαιότερες Σύνοδοι και Πατέρες εφάρμοσαν την ακρίβεια[115], οι δύο Οικουμενικές Σύνοδοι δέχτηκαν την οικονομία[116]. Έτσι, η υπό ορισμένες προϋποθέσεις εναλλαγή ακριβείας και οικονομίας αίρει κάθε υπόνοια αντιφάσεων μεταξύ των ιερών Κανόνων και των Συνόδων. Κατά τον Άγιο η Β’ Οικουμενική «τον παρόντα κανόνα κατά μέρος εφύλαξε»[117], ενεργώντας «κατ’ οικονομίαν και συγκατάβασιν»[118]. Η οικονομία, καθώς είναι καρπός της ποιμαντικής και θεραπευτικής διακονίας της Εκκλησίας, εφαρμόστηκε για λόγους καιρικούς – ιστορικούς. Οι εν λόγω αιρετικοί ήταν στο πλήθος πολλοί και πολιτικώς ισχυροί[119]. Έτσι οι Συνοδικοί Πατέρες έδειξαν επιείκεια, «δια να τους ελκύσουν εις την Ορθοδοξίαν και να τους διορθώσωσιν ευκολώτερον», και «δια να μη τύχη και τους εξαγριώσουν περισσότερον κατά της Εκκλησίας και των Χριστιανών, και γένη χειρότερον το κακόν» [120]. Η εφαρμογή της οικονομίας δεν ήταν άρα αυθαίρετη, αλλά αιτιολογημένη και αφορούσε στην σωτηρίαν των αιρετικών και την ειρήνη της Εκκλησίας.

Κατά τον Νεόφυτο, που δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την κυπριάνεια αρχή ως προς το κύρος των αιρετικών μυστηρίων, «η καθ’ όλου αύτη οικονομία... και προ της Β’ αντί κανόνος κρατούσα, ώσπερ των σχισματικών, ούτω τοι και των Αρειανών τας τελετάς, ως εκ της Β’ έστι συμβαλείν, απεδέχετο»[121]. Υπήρχε, όμως και κατ’ αυτόν σπουδαίος λόγος, ο οποίος κατέστησε την οικονομία όχι μόνο δυνατή, αλλά και αναγκαία. Τόσο η Στ’, όσο και η Β’ Οικουμενική μιλούν «περί των αφ’ ημών ωρμημένων αιρετικών»[122]. Όσοι δηλαδή από τους Ορθοδόξους «αρειάνισαν», «παλινδρομούντες» δεν βαπτίζονταν[123]. Αντιθέτως «οι ουκ εξ Ορθοδόξων αρειανίσαντες, και ουχ απλώς τω των ορθοδόξων αλλά τω των αιρετικών προτελεσθέντες βαπτίσματι», όφειλαν να βαπτισθούν ως αβάπτιστοι[124]. Επειδή δε «οι πλείστοι τούτων (= των αρειανών και μακεδονιανών) από ορθοδόξων ορμώμενοι, αναμείξτε υπήρχον, και καθ’ υπόκρισιν προς τους ιερωμένους συνήπτοντο», κατά τον Επιφάνιο[125], ώστε (και κατά τον Μ. Βασίλειο)[126] «δια την σύγχυσιν μηδαμώς εστι είναι ορθοδόξων και αιρετικών διάκρισιν», αναγκάστηκε να εφαρμόσει η Σύνοδος την οικονομία[127], η οποία, κατ’ αυτόν, μόνον στους σχισματικούς μπορεί να εφαρμοσθεί[128].

Παράλληλη θέση μ’ αυτήν υποστηρίζει και ο άγ. Νικόδημος, ο οποίος ερμηνεύοντας τον κανόνα του αγ. Κυπριανού, παρατηρεί: «Αλλά και ανίσως τινάς καλώς ερευνήση, μέλλει να εύρη τους αιρετικούς τούτους, οπού οικονομικώς εδέχθη η δευτέρα οικουμενική σύνοδος, να ήσαν περισσότεροι από τους τότε εις αίρεσιν πεσόντας ιερωμένους βεβαπτισμένοι, και δια τούτο εμεταχειρίσθη την οικονομίαν αυτήν»[129]. Το κοινό στις δύο αυτές απόψεις είναι η πεποίθηση, ότι αυτοί, που έγιναν δεκτοί «οικονομικώς», διέσωζαν το «βάπτισμα της Εκκλησίας», των τριών καταδύσεων και αναδύσεων δηλαδή. Κατά τον Νεόφυτο δε, επειδή εξ αφορμής των Αρειανών επικράτησε στην Κωνσταντινούπολη η «συνήθειαν» αυτή, αφ’ ενός μεν περιελήφθη στην «Προς Μαρτύριον» επιστολή, αφ’ ετέρου δε κανονίστηκε από την Πενθέκτη δια του 95ος κανόνα της, καθώς εμφιλοχωρήθηκε σε συνόδους που, συνήλθαν στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, δηλαδή την Β’ Οικουμενική και την Πενθέκτη!

Και ο Οικονόμος δέχεται την ελεύθερη εφαρμογή από τις αρχαίες Συνόδους πότε της ακριβείας και πότε της οικονομίας, χωρίς την παραμικρή σύγκρουση μεταξύ των ιερών κανόνων. Οι αποστολικοί κανόνες, κατ’ αυτόν, «ετέθησαν προς ακρίβειαν». Η Β’ όμως Οικουμενική και η Πενθέκτη εφάρμοσαν την οικονομία για λόγους ιστορικούς («ταύτην απαιτούντων των τότε καιρών»)[130].

Η διάκριση όμως, από την Β’ Οικουμενική, των αιρετικών σε βαπτιστέους και χριστέους, είχε και συγκεκριμένη – κατά τους συγγραφείς μας – εκκλησιολογική και κανονική προϋπόθεση. Οι υποχρεούμενοι σε βάπτιση αιρετικοί είχαν, κατά τον Οικονόμο, «γνώρισμα κοινόν», «ου μόνον την περί τα θεία δόγματα παντοδαπήν βλασφημίαν, αλλά μάλιστα την περί το είδος του παρ’ αυτοίς βαπτίσματος ασεβή παρανομίαν». Αυτή ήταν διττή: «περί τε την επίκλησιν των προσώπων της παναγίας Τριάδος»[131], και «περί την τριττήν κατάδυσιν του βαπτιζομένου»[132]. Η βάπτιση, έτσι, των επιστρεφόντων αιρετικών «εκανονίσθη» από τον ζ’ της Β’ όχι μόνο «δια την περί το θείον δόγμα κακοδοξίαν», διότι την απέρριπταν με την επιστροφή των και με τον απαραιτήτως επιδιδόμενο απ’ αυτούς λίβελλο, αλλά «πρώτιστα και μάλιστα δια την περί τε τας θείας επικλήσεις ή και τας τριττάς εν τω βαπτίσματι καταδύσεις όλως ημαρτημένην, διο και βέβηλον και ατέλεστον τελετήν»[133]. Οπότε, συμπληρώνει ο άγ. Νικόδημος, οι της ομάδας αυτής (Ευνομιανοί, Μοντανιστές, Σαβελλιανοί, «και αι άλλαι πάσαι αιρέσεις») γίνονταν, χωρίς κάποια δυνατότητα εξαιρέσεως, δεκτοί «ως Έλληνες», δηλαδή ως «πάντη αβάπτιστοι», διότι «ή τελείως δεν εβαπτίσθησαν, ή εβαπτίσθησαν μεν, όχι όμως ορθώς και καθώς βαπτίζονται οι ορθόδοξοι. Διο ουδέ όλως βεβαπτισμένοι λογίζονται»[134]. Από τους συγγραφείς αυτούς, όπως και από τους (αρχαίους) Πατέρες της Εκκλησίας ως «βάπτισμα» νοείται άρα όχι η οποιαδήποτε είσοδος στην Εκκλησία, αλλά η κατά τον συγκεκριμένο αποστολικό τρόπο (δια των τριών καταδύσεων) ένταξη σ’ αυτόν.

Η εφαρμογή της οικονομίας στους Αρειανούς και τους Μακεδονιανούς δεν σημαίνει καθόλου ότι η Σύνοδος παραθεώρησε την πίστη, αλλ’ ότι ο βαθμός της αποκλίσεώς των από την ορθόδοξη πίστη δεν είχε για την Σύνοδο πρωταρχική σημασία[135]. Ήταν όμως δυνατή, διότι οι αιρετικοί αυτοί «ετήρουν εν τω κατ’ αυτούς βαπτίσματι την αποστολικήν παράδοσιν, βαπτίζοντες κατά την του Κυρίου διάταξιν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και εις τρεις καταδύσεις και αναδύσεις»[136]. Η ορθή τέλεση του μυστηρίου απετέλεσε το κριτήριο αποδοχής του βαπτίσματός των. Έτσι «το δυσσεβές του φρονήματος αυτών εθεραπεύετο δια του λιβέλλου» και «δια του θείου χρίσματος», χορηγουμένου «εις βεβαίωσιν της αυτών ομολογίας και πίστεως», «ίνα γένωνται μέτοχοι της βασιλείας του Χριστού και της του Πνεύματος δωρεάς, ης αποστερούντο». Μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς ίσως δεν είχαν καν χρισθεί με μύρο, όπως π.χ. οι Ναυατιανοί, στους οποίους εφάρμοσε την οικονομία η εν Λαοδικεία σύνοδος[137]. Στους Ευνομιανούς όμως δεν ήταν δυνατόν ποτέ να εφαρμόσει η Σύνοδος της οικονομία, διότι αυτοί είχαν λάβει, «μονοκατάδυτον βάπτισμα», δηλαδή διαφορετικό από εκείνο της Εκκλησίας. Η αλλοίωση της μορφής του μυστηρίου, που καταλύει την ενότητά του, δηλαδή την σύμπτωση εξωτερικού και εσωτερικού στοιχείου, είχε για την Σύνοδο αποφασιστική σημασία, διότι και η οικονομία – κατά τον Οικονόμο -, επικαλούμενον τους ιερούς Πατέρες, έχει όρια: «Οικονομητέον γαρ ένθα μη παρανομητέον», είπε αποφθεγματικά ο ι. Χρυσόστομος[138]. Ο ζ’ της Β’, λέει ο Οικονόμος, «χάριν συντομίας» παρέλειψε «την περί την επίκλησιν βλασφημίαν» των Ευνομιανών και αρκέσθηκε στην εξ ίσου σπουδαία ατέλεια της μορφής του μυστηρίου, δηλαδή στην μία κατάδυση[139].

Αποδεικνύεται έτσι, κατά τον Οικονόμο, ότι «ουδεμία (υπάρχει) μεταξύ των ιερών κανόνων αντίφασις περί του βαπτίσματος»[140]. Η ερμηνειών των ι. κανόνων με βάση το σχήμα ακρίβεια – οικονομία αίρει κάθε φαινομενική δυσαρμονία μεταξύ των. Είναι όμως άξιον προσοχής ότι οι παρόντες θεολόγοι κατανοούν την μεν οικονομία ως επιείκεια – συγκατάβαση απέναντι στην εκκλησιαστική ακρίβεια, δηλαδή ως μέτρο ποιμαντικής ενεργείας, την δε ακρίβεια ως μέτρο θεολογικό, που συνιστά την κανονική πράξη της Εκκλησίας[141], η οποία όμως δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις Οικουμενικές Συνόδους, αλλά και από τους «αποστολικούς» και «πατερικούς» κανόνες[142], οι οποίοι μετά την οικουμενική καταξίωσή των δεν υπολείπονται σε κύρος από τους συνοδικούς κανόνες, και βεβαίως και από τις Οικουμενικές Συνόδους. Στην προκειμένη περίπτωση οι Οικουμενικές Σύνοδοι, όπως η Β’ και η Πενθέκτη, χωρίς να αθετούν την ακρίβεια, παρέχουν λύση «κατ’ οικονομίαν»[143]. Κατά τους συγγραφείς μας, υπάρχει όχι μόνον ενότητα πνεύματος, αλλά και ισοδυναμία και ισοκυρία μεταξύ των ιερών κανόνων της Εκκλησίας μας, εφ’ όσον όλοι γενικώς οι ιεροί κανόνες της είναι «οικουμενικοί». Έτσι οι κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, και εν προκειμένω της Β’ και της Πενθέκτης, δεν θέτουν σε αχρησία, ούτε καταργούν τους προηγουμένους κανόνες[144]. Μία τέτοια θέση είναι για τους παρόντες θεολόγους άκρως νομικιστική και σαφώς αντιεκκλησιαστική, καθ’ όσον ακρίβεια και οικονομία μπορούν ανέτως να συνυπάρχουν στην κανονική τάξη της Εκκλησίας. Η δυνατότητα εφαρμογής τόσο της ακριβείας, όσο και της οικονομίας εξασφαλίζει την ελευθερία της Εκκλησίας και αποκλείει τον εγκλωβισμό της σε οποιαδήποτε νομικά σχήματα. Αλλά και η αρχή, ότι «ακρίβεια» είναι το θεσπισμένο πρωταρχικά από τις Οικουμενικές Συνόδους, και «οικονομία» κάθε απόκλιση απ’ αυτό[145], δεν θα έβρισκε συμφώνους τους συγγραφείς μας. Ακρίβεια γι’ αυτούς είναι η πράξη της Εκκλησίας, που απορρέει από την αυτοσυνειδησία της, κατά την οποία, έξω απ’ αυτήν ούτε μυστήρια, ούτε σωτηρία υπάρχουν.

Έτσι η οικονομία, που με βάση συγκεκριμένες, όπως είδαμε, προϋποθέσεις, εφαρμόστηκε από την Β’ Οικουμενική Σύνοδο, για κανένα λόγο δεν αίρει την ακρίβεια της Εκκλησίας. Κατά τον άγ. Νικόδημο «η οικονομία, οπού προς καιρόν εμεταχειρίσθησάν τινες πατέρες, ούτε νόμος, ούτε παράδειγμα δύναται να νομισθή»[146]. Η ενότητα δε, στην οποία εμπεριέχεται η παρατήρηση αυτή του Νικοδήμου, αποδεικνύει ότι ο Άγιος έχει στον νου τους Πατέρες της Β’ Οικουμενικής Συνόδου. Άλλωστε καθαρότερα διατυπώνει την ίδια θέση ο Οικονόμος γράφοντας: Οι οικουμενικές σύνοδοι δεν «ηκύρωσαν τους επ’ ακριβεία νομοθετηθέντας (κσνόνας), ει τινες βούλοιντο τούτοις ακολουθείν προς τελείαν ησυχίαν της συνειδήσεως αυτών και κατά το παρ’ αυτοίς κεκρατηκός αρχαίον έθος». Το ίδιο υποστηρίζει και ο Νεόφυτος[147], ο οποίος μάλιστα κατά την συνήθειά του διατυπώνει και τον ακόλουθο πρακτικό συλλογισμό: «Μόνη – λέγει – η ΣΤ’ μετά της Β’ ψηφίζεται τους αιρετικούς χρίεσθαι εν μέρει». Οι άγ. Πατέρες όμως (Κυπριανός, Μ. Βασίλειος, Μ. Αθανάσιος κ.λπ.) και από τις Τοπικές Συνόδους η εν Λαοδικεία, αλλά και οι Αποστολικοί Κανόνες ορίζουν «βαπτίζεσθαι (αυτούς) απλώς», καθώς επίσης οι Οικουμενικές Στ’ και Ζ’, «τα εκείνων επικυρούσαι». Σύμφωνα όμως με τον ς’ κανόνα της Α’ Οικουμενικής και τον ιθ’ της εν Αντιοχεία «η των πλειόνων ψήφος κρατεί». Έτσι συμπεραίνει: «Οι άρα αιρετικοί κατά την πλείονα βαπτιστέοι ψήφον, ή κατά την ελάττω τινές χριστέοι». Διαπιστώνεται όμως, «ότι ευρίσκει τις μεταξύ των ι. κανόνων πολλώ πλείους τας του βαπτίσματος ψήφους ή τας του χρίσματος»[148]. Ίσως δεν θα πρέπει να βιαστεί κανείς να απορρίψει απλώς το «επιχείρημα» αυτό του Νεοφύτου, αλλά μάλλον να προσπαθήσει να διακρίνει τον απώτερο στόχο του συγγραφέα, ο οποίος θέλει μ’ αυτό να αποδείξει ό,τι ελέχθη ανωτέρω, δηλαδή την για συγκεκριμένους – πραγματικούς και μόνον λόγους και κατ’ εξαίρεση χρήση της οικονομίας από τις Συνόδους Β’ και Πενθέκτη.

Ομοφώνως άρα συγκλίνουν οι συγγραφείς μας στην απόφαση, ότι, κατά την κανονική πράξη της Εκκλησίας, στους επιστρέφοντες στην Ορθοδοξία αιρετικούς πρέπει να εφαρμόζεται κανονικώς η ακρίβεια, δηλαδή η βάπτισή των, καθ’ όσον άλλωστε ούτε κατ’ ακρίβειαν, ούτε κατ’ οικονομίαν είναι δυνατόν να θεωρηθούν έγκυρα καθ’ εαυτά τα μυστήρια των αιρετικών[149].



Έτσι ερμηνεύεται ο ζ’ της Β’ από τους Κολλυβάδες και τον Κ. Οικονόμο. Οι συγγραφείς αυτοί τελούν σε συμφωνία με τους προ αυτών Κανονολόγους ως προς την κατανόηση του εν λόγω κανόνος. Και την διδασκαλία των μπορούμε να συνοψίσουμε, συμπερασματικώς στις ακόλουθες θέσεις:

α) Δια της αρχής της οικονομίας αίρεται κάθε «αντίφαση» μεταξύ του παρόντος κανόνος και των προηγουμένων κανόνων, που θεωρούνται ως διαφωνούντες με αυτόν. Ουδεμία ασυμφωνία υπάρχει μεταξύ των ι. κανόνων της Εκκλησίας[150], οι οποίοι στην φαινομενική περίεργη αντινομία τους διατηρούν την ενότητά τους και διασώζουν την εν Χριστώ ελευθερία.

β) Η Β’ Οικουμενική. Όταν εφάρμοσε την οικονομία «επωνύμως» σε συγκεκριμένους αιρετικούς, δεν άφησε ανοικτό το έδαφος για την συμπερίληψη στην κατηγορία αυτή οποιωνδήποτε άλλων αιρετικών, ανεξελέγκτως, διότι η οικονομία εφαρμόστηκε για σπουδαίους ιστορικούς και ποιμαντικούς λόγους, χωρίς να καταργείται η επικυρουμένη, από το πρώτο μέρος του κανόνος, και εφαρμοζομένη ακρίβεια σε άλλους αιρετικούς, πάλι όχι αυθαιρέτως! και

γ) Η εφαρμογή της οικονομίας κατέστη δυνατή, διότι υπήρχαν οι απολύτως αναγκαίες «τυπικές» προϋποθέσεις, δηλαδή η ορθή τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος από τους αιρετικούς αυτούς, δια τριών καταδύσεων και αναδύσεων[151]. Η απόρριψη του μονοκαταδύτου βαπτίσματος των Ευνομιανών, που κατατάσσονταν μεταξύ των εντελώς αβαπτίστων, δείχνει την καταδίκη από την Σύνοδο, και συνεπώς από την Καθολική Εκκλησία, κάθε αλλοιώσεως στην μορφή του μυστηρίου του βαπτίσματος, η οποία αρκεί για να καταστεί εντελώς αδύνατη η εφαρμογή της οικονομίας σ’ αυτούς τους αιρετικούς. Στην περίπτωση αυτή κατά τον Οικονόμο: «Ο κίνδυνος περί των όλων· ου γαρ εγεννήθησαν εξ ύδατος και πνεύματος, ουδέ συνετάφησαν τω Χριστώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον»[152]. Είναι δηλαδή αβάπτιστοι και συνεπώς άμοιροι της εν Χριστώ αναγεννήσεως.



[92] Ο, σ. 419· πρβλ. Π, σ. 92.

[93] Π, σ. 165 κ.α. Ε, σποραδ. Ο, σ. 419/20, 453/4.

[94] Ε, σ. 147κ’. Π, σ. 165· Ο, σ. 419/20.

[95] Πρβλ. Αν. Χριστοφιλοπούλου, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, Αθήναι 1965², σ. 119. Ε, σ. 129 ε., 135 ε. και Π, σ. 370.

[96] Π, σ. 53.

[97] Π, σ. 55.

[98] Ο, σ. 420.

[99] Π, σ. 55.

[100] Ε, σ. 144.

[101] P.G. 137, 1103.

[102] Ε, σ. 144: «Και μην ο τε Μ. Βασίλειος και ο Αθανάσιος και οι αμφί τον Κυπριανόν ου προτεταγμένοι, συντεταγμένοι δε μάλλον εδείχθησαν τη ενί εκάστω τούτων συμψήφω Οικουμενική Στ’ και Ζ’». Πρβλ. ο, σ. 488. Και ο άγιος Νικόδημος (Π, σ. 54) σημειώνει: «Δεν φαίνεται καμμία αντίφασις ή εναντιότης ανάμεσα των».

[103] Ε, σ. 144 ε.ε.

[104] Στ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Α’, Αθήναι 1977, σ. 68.

[105] Ε, σ. 144.

[106] Στο ίδιο. Η Ζ’ Οικουμενική καλεί τον Μ. Βασίλειο «πατέρα» της. Πρβλ. και κανόνα κ’ της Πενθέκτης.

[107] Ε, σ. 145.

[108] Στο ίδιο.

[109] Ε, σ. 147 α’.

[110] Ε, σ. 147 β’.

[111] Π, σ. 52, 119.

[112] Ε, σ. 147 ιβ’.

[113] Ε, σ. 147 ιδ’.

[114] Π, σ. 54. Ε, σ. 140, 147 ια’.

[115] Π, σ. 368, 587 ε. Πρβλ. α’ Καρχηδόνος («ου πρόσφατον γνώμην, ουδέ νυν ηδρασμένην προφέρομεν, αλλά την πάλαι υπό των προγενεστέρων ημών μετά πάσης ακριβείας και επιμελείας δεδοκιμασμένην») και α’ του Μ. Βασιλείου («ου γαρ αντιδιδόναι αυτοίς υπεύθυνοι χάριν εσμέν, αλλά δουλεύειν ακριβεία κανόνων»).

[116] Π, σ. 53.

[117] Π, σ. 370.

[118] Π, σ. 53.

[119] Στο ίδιο.

[120] Στο ίδιο.

[121] Ε, σ. 147 ια’.

[122] Ε, σ. 131.

[123] Σ, σ. 147 κδ’. Πρβλ. Ε, σ. 147 δ’.

[124] Ε, σ. 147 ε’.

[125] Κατά αιρέσεων Γ, 1 P. G. 42, 448Α.

[126] Περί του Αγίου Πνεύματος κεφ. γ’, P. G. 32, 76.

[127] Ε, σ. 127. Πρβλ. Ε, σ. 141. Πρβλ. Ο, σ. 475.

[128] Ε, σ. 131. Και συνελόντι, το μεν των αιρετικών, παντελώς αθετείσθαι, το δε των αποσχισθέντων βάπτισμα παραδέχεσθαι, μόνη τη του μύρου επιχρίσει εγκαινιζόμενον», Ε, σ. 127.

[129] Π, σ. 370.

[130] Ο, σ. 488, 491. Πρβλ. Χρ. Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1956², σ. 301 ε.

[131] Ο, σ. 421: «Οίον ην το βάπτισμα των εις τρις ανάρχους, ή τρεις υιούς ή εις τρεις παρακλήτους βαπτιζόντων».

[132] Ο, σ. 421.

[133] Ο, σ. 423.

[134] Π, σ. 164 και 55. Πρβλ. Π, σ. 587 ε. Μ, σ. 263. Ο, σ. 490 («ουκ είχον όλως βάπτισμα, διο και τούτους η Εκκλησία βαπτίζειν εθέσπισεν»).

[135] Πρβλ. Ιερ. Κοτσώνη, Περί του κύρους..., ένθ’ ανωτ., σ. 26.

[136] Ο, σ. 422.

[137] Ο, σ. 422/3, 424, 488/9.

[138] Ο, σ. 433, 434 (και σημ. Α’). Πρβλ. Ευλόγιον Αλεξανδρείας, P.G. 103, 953.

[139] Ο, σ. 421.

[140] Ο, σ. 488.

[141] Κατά τον Χρ. Ανδρούτσο, Συμβολική εξ επόψεως ορθόδοξου, Θεσσαλονίκη 1963³, σ. 303/4, οικονομία είναι «παρέκκλισις από του κατ’ αρχήν ορθού και αληθούς». Πρβλ. Α. Αλιβιζάτου, Η Οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 1949, σ. 21. Ι. Κοτσώνη, Προβλήματα της «Εκκλησιαστικής Οικονομίας», εν Αθήναις 1957, σ. 207 κ.ε. Παν. Μπούμη, Η εκκλησιαστική οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον, Αθήναι 1971, σελ. 7.

[142] Η μαρτυρουμένη πράξη από τον α’ κανόνα της Καρχηδόνος εφαρμόστηκε καθ’ όλο τον δ’ αιώνα, όπως φαίνεται από τον ιθ’ της Α’, τον η’ της εν Λαοδικεία, τους α’ και μζ’ του Μ. Βασιλείου και τους μς’ και ξη’ αποστολικούς κανόνες.

[143] Έτσι και ο ιβ’ κανόνας της Πενθέκτης εφαρμόζει λύση «κατ’ οικονομίαν». Βλ. Παν. Ι. Μπούμη, Το έγγαμον των Επισκόπων, Αθήναι 1981, σελ. 10.

[144] Πρβλ. την γνώμη του Ι. Κοτσώνη: «’Οπου εις προγενεστέρους κανόνες, ορίζεταί τι αντίθετον προς τον ιερόν τούτον κανόνα (δηλ. τον 95ο της Πενθέκτης), ισχύουν τα υπ’ αυτού οριζόμενα». Άρθρο στη: ΘΗΕ τ. 2 (1963) στ. 1093. Του ιδίου, Προβλήματα... όπ. παρ., σελ. 187, σημ. 571. Πρβλ. Α. Χριστοφιλοπούλου, Η εις την Ορθοδοξίαν προσέλευσις...., ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΖ’ (1956) σελ. 59.

[145] Βλ. Ι .Κοτσώνη, Προβλήματα..., ένθ’ ανωτ. σελ. 91-93. Του ιδίου, Περί του κύρους...., ένθ’ ανωτ., σελ. 27.

[146] Π, σ. 371. Γι’ αυτό και στη σημείωσή του στον κ’ του Μ. Βασιλείου (Π, σ. 605) υπογραμμίζει: «Όρα ότι τους αιρετικούς ου δέχεται η Εκκλησία χωρίς να βαπτίση αυτούς, κατά τον κανόνα τούτον, καν ο ζ’ της Β’ οικονομικώς εδέχθη τινάς αιρετικούς χωρίς βάπτισμα».

[147] Ο, σ. 488. Πρβλ. Ε, σ. 147 ια’: «Ει τοίνυν η των κανόνων ακρίβεια ους η συνήθεια χρίει, εν βαπτίσματι δέχεται, ο άρα τη ακριβεία μάλλον επόμενος επί των αυτήν καταδεχομένων, ουκ αν είη ημαρτηκώς, ως ου παρά την συνήθειαν, αλλ’ υπέρ την συνήθειαν πεποιηκώς».

[148] Ε, σ. 132.

[149] Ι. Κοτσώνη, Προβλήματα..., όπ. παρ., σ. 201 ε.ε. Παρατηρεί χαρακτηριστικά ο άγ. Νικόδημος (Π, σ. 52): «Όθεν, αν το βάπτισμα των σχισματικών αθετή ο μ. Βασίλειος, με το να τους έλειψεν η τελειωτική χάρις, περιττόν είναι λοιπόν και το να ζητή τινας, αν πρέπει να βαπτίζωμεν τους αιρετικούς».

[150] Βλ. Βλασ. Ι. Φειδά, Ιστορικοκανονικαί και εκκλησιολογικαί προϋποθέσεις ερμηνείας των ιερών κανόνων, Αθήναι 1972, σελ. 44.

[151] Πρβλ. τους Ζωναρά και Βαλσαμώνα παρά: Γ. Α. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, τόμ. Β’, Αθήνησιν 1852, σελ. 189 και 191. Πρβλ. Ι. Ρίννε, Ενότης και ομοιομορφία εν τη Εκκλησία, όπ. παρ., σ. 38 (και σημ. 6).

[152] Ο, σ. 490. Προσδιορίζει δε σαφώς τι εννοεί: «Η γαρ ουκ έτυχον του θείου βαπτίσματος, ή τυχόντες ουκ ορθώς, ουδέ κατά τον τύπον της ορθοδόξου Εκκλησίας αυτού έτυχον».